Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Φοβάμαι

έφτασε να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πεις ένα γεια, για να καταλάβω πόσο σοβαρά είναι.
φοβάμαι. φοβάμαι με τον ωριμότερο τρόπο που μπορώ να φανταστώ. μικρότερη, ίσως να τσίριζα, ίσως να' τρεχα στις εκκλησιές ανάβοντας κεριά, ίσως κλεινόμουν στο σπίτι και οι κουρτίνες κλειστές.
δε θα το κάνω. 
γιατί εγώ πρέπει να' μαι μεγαλύτερη. εγώ πρέπει να σε στηρίξω. εγώ πρέπει να σου δώσω ένα λόγο για να βγεις σώα από κει μέσα και να είσαι και πάλι περήφανη που είμαι κόρη σου. 
φοβάμαι πάρα πολύ. τίποτα δε με τρομάζει περισσότερο. ούτε ο φόβος της μοναξιάς, ούτε ο φόβος της απόρριψης, ούτε ο φόβος ο,τι θα με προσπεράσουν, ο,τι οι πάντες και τα πάντα θα με προσπεράσουν. ο φόβος που, συνεπής στο ραντεβού του, έρχεται και μου χτυπάει τη πόρτα κάθε χρόνο. όλα αυτά είναι ένα τίποτα σε σύγκριση με αυτό που αισθάνομαι.
το ανώμαλο είναι ότι είμαι ψύχραιμη. πόσο ανάποδη κόρη παίζει να' κανες. όταν περνούσα το μισό χρόνο να αγχώνομαι για μαλακίες. 
εσύ βέβαια δεν είσαι πιο ήρεμη. δε θα' πρεπε να' ταν έτσι τα πράγματα. δε θα' πρεπε να' χει συμβεί κάτι τέτοιο για να λυθεί μια μαλακία.
είμαι μακριά. θα' μουν μακριά σε οποιαδήποτε περίπτωση. αλλά πρέπει να ακούσεις τις καθημερινές κουβέντες. αυτές είναι που θα σου θυμίσουν πως είμαστε ένα, che sei sangue del mio sangue, πως εγώ είμαι εδώ παρά την απόσταση. πως σ'αγαπώ. 

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

επετειακές μαλακίες και γλυκά παριζιάνικα βράδια

πέρασε μισός μήνας από τότε που επιστρέψαμε και ίσως να' ναι απ' τις σκηνές που θυμάμαι περισσότερο. η επίγνωση ότι όλα είναι όπως θα' πρεπε να' ναι ή όχι και τόσο, όπως το δει κανείς. τις προηγούμενες δυο μέρες τις είχα περάσει μόνη με τον Μπένετ, και δε μπορούσα να προσδιορίσω πώς αισθανόμουν. κοιταζόμασταν στα μάτια και ήταν σαν να λέγαμε -πρώτη φορά με τέτοια συμφωνία πνευμάτων- πως ναι, εδώ είμαστε, έχει περάσει ένας χρόνος και είμαστε πάλι στον τόπο του εγκλήματος. αφού ένας λονδρέζος μου είπε οτι αγαπάει περισσότερο την Πόλη του Φωτός, δε χρειαζόταν να προσθέσω κάτι παραπάνω.


ο Στράτος και η Ανθή είχαν αποφασίσει να ανέβουν στον Πύργο. δεν είχα το κουράγιο να ξανακάνω τα σκαλιά, χώρια που το προηγούμενο βράδυ, που βρεθήκαμε στην ουρά από κάτω, δεν άντεξα, κουνήθηκα λίγο μπρος-πίσω, κοίταξα τα σκονισμένα μου πόδια και ξέσπασα σε κλάματα. μες στο κεφάλι είχα το danser encore του calogero, και ήταν λες και περίμενα να τον δω εκεί, όπως πέρυσι. και δεν αναφέρομαι στον calogero φυσικά. αυτό μας έλειπε. τέλος πάντων, ξεφεύγω απ' τη κουβέντα.


όσο τα παιδιά θα πηγαίναν πάνω, βρήκαμε το μίτινγκ του cs και είπαμε να αράξουμε στο champ de mars. η ατμόσφαιρα ήταν τόσο μα τόσο τρυφερή. πήγαμε να βρούμε φαγώσιμα, ένας χαρούμενος βρετανός και μια τρελή ελληνοιταλίδα, συζητώντας περί Μαρξ και coherency, τα φώτα της πόλης ν' ανάβουν σιγά-σιγά, και εμείς να μη μπορούμε να αποφασίσουμε ανάμεσα σε ταμπουλέ με κοτόπουλο ή λαχανικά.


"do you reckon the guys are still up there?"
"dunno, choose a cheaper wine and let's have the expensive one first."


και μετά, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήδη έχω πιει λιγουλάκι, μιλάω με δυο κοπέλες από καναδά που ήρθαν απ' το άμστερνταμ με ποδήλατο -respect- και έναν ελεγκτή στη scnf που μου λέει tu parles bien français, toi! και εγώ να λέω το κλασικό "κάνουμε ότι μπορούμε" με το κλασικό αποδεσμευτικό χαμόγελο, και μέσα στη γενική ζάλη και ευφορία, τον Μπένετ να γελάει, να γελάει και να μου λένε με την άλλη κοπελίτσα "έλα ανέβα στο ποδήλατο" και να δοκιμάζω πρώτη φορά στη ζωή μου, γραφτό ήταν να γίνει στο Παρίσι, και να με κρατάνε τα παιδιά και la Tour, φωτισμένη, μπροστά μου, και να γυρνάνε οι ρόδες και να φωνάζω από χαρά και γλυκιά μέθη.


ένα λεπτό για να συνέλθω.


το μετρό έκλεινε σε μισή ώρα. αρπάζουμε ότι έμεινε και δεν έμεινε και τρέχουμε στο la grenelle. βγαίνουμε gobelins, και δε θυμάμαι τί ακούγαμε, αλλά λέω στον Μπένετ "άκου και αυτό τον Yeah Yeah Yeahs, και ας βιαστούμε, πρέπει να πάω οπωσδήποτε τουαλέτα" και μια Αναστάζια να ανηφορίζει με τα βίας προς το χόστελ και ένα Μπένετ να τρέχει από πίσω σαν τον προπονητή, φωνάζοντας "Πιο σφιχτά τα πόδια, δεν τα κρατάς αρκετά σφιχτά!" για να δούμε και πόσο γρήγορα μπορούμε να περάσουμε απ' τις σοφιστικέ περιπέτειες σε τραγελαφικά γεγονότα.


και μετά...


μετά... η Ανθή και ο Στράτος ακόμα αγνοούνται, και αποφασίζουμε να πιούμε και το τελευταίο κρασί. και είναι εκεί που αρχίζουν να βγαίνουν τα σοβαρά. τα σοβαρά πάντα βγαίνουν στις τελευταίες σταγόνες, και μετά μετανιώνεις που δεν ήπιες περισσότερο. το πεζουλάκι στο διπλανό εστιατόριο μας κάνει μια χαρά -"καθότι, μοιραία, έχουμε και τσιγάρα" θα' λεγε η Ρία- και πάλι καλά που έχουμε και μουσική.


"τι δουλειά έχουμε εδώ;"
"δε ξέρω"
"θα' πρεπε να' μαστε αλλού"
"το γνωρίζω"
"άρα τη δουλειά έχουμε εδώ;"
"εμείς το επιλέξαμε"
"γιατί δεν είσαι μαζί της;"
"γιατί δεν είσαι μαζί του;"
"δεν καταλαβαίνει πόσο απίστευτη είναι"
"δεν καταλαβαίνει πως ομορφαίνει όταν χαμογελάει"
"άρα τι κάνουμε εδώ;"
"τουλάχιστον είμαστε μαζί"
"είμαστε Παρίσι"
"θα τους ξαναφέρουμε"
"πρέπει να τους ξαναφέρουμε"
"δεν νοείται να μείνουν οπουδήποτε αλλού!"
"και εμείς επίσης!"
"και θα έρθουμε να ζήσουμε όλοι μαζί σαν μια ευτυχισμένη, πολυπολιτισμική, μπερδεμένη οικογένεια"
"γιατί όχι! βάλε τώρα beatles και ακόμα λίγο κρασάκι..."


πριν πέσω, ψάχνω σε μια σακούλα με εγκαταλελειμμένα βιβλία, από αυτά που βρίσκεις πολλές φορές αφημένα σε διάφορες γωνίες στους δρόμους του Παρισιού. τα είχα δει πολλές φορές, αλλά δε σκέφτηκα να πάρω κανένα, ποτέ. εκείνο το βράδυ, το πρώτο που πήρα στα χέρια μου, ήταν και αυτό που έψαχνα. χαμογέλασα και πήγα να δω τους κύκλους να γεννιούνται μες στο κεφάλι μου.






αφιερωμένο στον γλυκό, βρετανό μπασταρδάκο μας. κάποια μέρα θα γνωρίζει αρκετά ελληνικά για να το διαβάσει από μόνος του καθώς στις αναμνήσεις μεταφραστής δε χωρεί. ~~

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Παιχνιδιάρικο mood ή ο θεός να μας βοηθήσει

Λευκά, λευκότατα πόδια, ακόμα ανέγγιχτα απ' τον καλοκαιρινό ήλιο, απλώνονται νωχελικά σ' ένα πορτοκαλί καναπέ. Η μια χτυπημένη φιλενάδα φέρνει ένα μπολ πασατέμπο, και η άλλη χτυπημένη φιλενάδα ακουμπάει τ' απαραίτητα τσιγάρα πάνω στο τραπέζι.

"Θα πρεπε να' χες πει εσένα τί σε νοιάζει"
"Πάντα το ξεχνάω. Όλες οι καλύτερες ατάκες έρχονται μετά από καιρό, δε το παθαίνεις ποτέ;" Ανάβει ένα τσιγάρο προσπαθώντας να εξασκηθεί σε σέξι και τάχα τυχαίες κινήσεις.
"Αμ πως... Τις προάλλες, το χοντρό αφεντικό μου , μου ζήτησε να δουλέψω δωρεάν το  καλοκαίρι. Είναι για τους καθηγητές που δεν έχουν τίποτα να κάνουν μες στις διακοπές, για να απασχολούνται, λέει."
"Τι φοβερή ατάκα ήθελες να πετάξεις;"
"Get a life. Είσαι χοντρός, το περηφανεύεσαι και περνάς όλη την ημέρα μπροστά στον υπολογιστή"
"Και;"
"Και του έριξα μια ματιά γεμάτη οίκτο, απ' τις δικές μου, και έφυγα"
"Είναι λυπηρό. Καλά έκανες"

Σιωπή. Έχουν όρεξη να μιλήσουν, δε πα να περνάνε μέρες, there's always talk of the boys, πότε ακριβώς θα εξαντληθεί το θέμα είπαμε; Πόσες γενιές ακόμη πρέπει να περάσουν;

"Τί ακριβώς κάνουμε τώρα;"
"Περιμένουμε το καλοκαίρι"
"Αντιλαμβάνεσαι πως η ζωή μας περιστρέφεται γύρω από τρεις άνδρες;"
"Λάθος. Η δικιά μου ζωή περιστρέφεται γύρω από έναν άνδρα. Η δικιά σου περιστρέφεται γύρω από έναν άνδρα κι ένα παιδάκι"

Το φουντούκι της κάθεται στο λαιμό. Γυρνάει και τη κοιτάει.
"Μαλάκα, δίκιο έχεις"
"Και στις τρεις περιπτώσεις είναι λυπηρό."
"Είναι λυπηρό"

Ο τοίχος απέναντι ποτέ δεν υπήρξε πιο υπνωτικός. Οι φιλενάδες κάθονται και καπνίζουν λες και το θέμα που μόλις συζητήθηκε λακωνικά (ή όχι και τόσο, τόσα επιτρέπεται να ξέρει ο παρατηρητής ή τόσα επιτρέπεται να πει) είναι το κέντρο του κόσμου. Στην πραγματικότητα δεν είναι. Απλώς οι φιλενάδες δε το ξέρουν. Καμία κοριτσοπαρέα δε θα το αντιληφθεί ποτέ.

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

AllthelonelypeoplePt.3 ~~ I spin off and lose my head or another lost july

Και είναι τόσο παράξενο που το mp3 άρχισε να παίζει το Strange Attraction ακριβώς τώρα. Μα τους Cure, δε το προγραμμάτισα, ορκίζομαι.

ένα βλέμμα. σιχαίνομαι τη προφορά σου, σιχαίνομαι τη καταγωγή σου, σιχαίνομαι το τρόπο που μιλάς, λες και νομίζεις πως είσαι κουλ or sumthin, δεν υπάρχει κάτι, οτιδήποτε, που θα μου κινήσει το ενδιαφέρον πάνω σου. ποτέ, ποτέ, ποτέ. ΠΟΤΕ.

ακόμη ένα βλέμμα. φυσάει κιόλας σήμερα και πραγματικά, τα νεύρα μου, περικυκλώνομαι από από ηλίθιους ανθρώπους, τί σκατά τους τραβάω πάνω μου, το κάνω οικειοθελώς, μα τον Πύργο. όχι τον Λευκό.

ακόμη ένα βλέμμα. σιχαίνομαι και τη μουσική που ακούς. Tool; προσπάθησα να τους καταλάβω ένα υπερβολικά ζεστό και κολλώδες καλοκαίρι στην Αλεξανδρούπολη και πραγματικά, δεν έχω καμία όρεξη να ξαναμπώ στο τρυπάκι. προτιμώ τη ψυχεδελική ροκ, τί να κάνουμε.

ακόμη ένα βλέμμα. χμ, τεσπά, ναι κάτι γίνεται.

ακόμη ένα βλέμμα. ω, εντάξει, η χαζογκόμενα μέσα μου δεν μπορεί να σκάσει και απλώς φωνάζει "ΤΙ ΓΛΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣ ΠΗΓΕ ΝΑ ΤΣΕΚΑΡΕΙ ΓΙΑ ΕΙΣΗΤΗΡΙΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!"

ακόμη ένα βλέμμα. χμ, ναι, καλά, κάτι μπορεί να γίνει, γιατί όχι; δε θα το περάσουμε όλο το καλοκαίρι μπακούρια, έτσι δεν είναι;

ακόμη ένα βλέμμα και μια νύχτα περνάει και σε ξεχνάω, και ναι, ίσως να μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι, άλλωστε καλά τα λέμε, δε θέλει και περισσότερα.

ακόμη ένα νυσταγμένο βλέμμα, ένα πρωινό ξύπνημα, και ναι, γιατί να μη πάμε στο Πάνθεον σήμερα, και ναι, κάτσε να ανάψω τον υπολογιστή Βάσω, και ου, έχω μήνυμα. "ήταν πολύ ωραία χτες που σε γνώρισα, ελπίζω να σε ξαναδώ". η Βάσω χώνει τη μύτη της και λέει: είναι άνδρας, δε χρειάζεται πολύ για να το καταλάβεις. χαμογελάω, δεν είμαι συνηθισμένη, καθόλου μα καθόλου.

ακόμη ένα βλέμμα. μου μιλάς για τον αγαπημένο σου πίνακα στο Λούβρο, και μετά καθόμαστε σε ψεύτικη άμμο, και βρέχεσαι ανοίγοντας το κρασί, και σε κοιτάω, σε κοιτάω, σε κοιτάω και με κοιτάς, με κοιτάς, με κοιτάς και γιατί τα μάτια μου δεν κατεβαίνουν, κατέβασε τα μάτια αναστάζια, κατέβασε τα ΤΩΡΑ σου είπα, αλλά αυτά τίποτα, δεν ακούνε.

ακόμη ένα βλέμμα και το μόνο που θυμάμαι είναι ότι τρέχω απ' το les halles να προλάβω τη παρέα, με μια Βάσω που φοράει αυτάκια μίννι μάους και προσπαθεί να με καθυστερήσει από πίσω και ένα ζευγάρι που θέλει να πάει διακοπές στην Ελλάδα και η κοπέλα δουλεύει στην Orangerie. και σχεδιασμένο να το είχα, πιο σουρεάλ εικόνα δε θα κατάφερνα να δημιουργήσω.

ακόμη ένα βλέμμα. φοράω εκείνη τη τσιγγάνικη φούστα που κάποιος μαλάκας μου έκλεψε 2 βδομάδες μετά και είμαστε σε μια παλιά αίθουσα βασανιστηρίων και με ρωτάς "σου αρέσει η μουσική;" και μετά ξανά "σου αρέσει η μουσική;" και ακόμη μια φορά "σου αρέσει η μουσική;" και σου απαντώ "το ρώτησες τρεις φορές" -"προσπαθώ να σου πιάσω κουβέντα" και γελάω, και το γέλιο μου χάνεται σε νότες που σκοντάφτουν.

ακόμη ένα βλέμμα. και είναι σαν να μου λες "γαμώτο, είμαστε πολύ μακριά". έλα όμως που το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ. μου σφίγγεις τα χέρια και δε μπορούμε να μιλήσουμε

ακόμη ένα βλέμμα. σε χαιρετάω. δε βαριέσαι αναστάζια, για τρεις μέρες ήταν μόνο.

....

ακόμη ένα βλέμμα και μου λες "πάει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που γνωριστήκαμε. με ξέρεις καλύτερα απ' ότι φανταζόμουν. είσαι πανέμορφη το πρωί"

γαμώτο.




*δε θα προλάβαινα αργότερα. θα φύγω για να αρχίσω και γω να ταξιδεύω, όπως ακριβώς μου το ενέπνευσες εκείνο το βράδυ. 18 ιουλίου 2009. χρόνια μας πολλά ~~

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

AllthelonelypeoplePt.2 ~~ J'ai besoin de la lune pour lui parler la nuit

Είναι ψηλή, καστανομάλλα, και όμορφη. Είναι όμορφη πολύ, μ' έναν τόσο διαφορετικό τρόπο. Θα' λεγες βγαλμένη από κάποια ετρουσκική ζωγραφιά ή μια παλιά τούρκικη φωτογραφία. Πόσες λέξεις μέχρι ν' αναφέρω την Τουρκία; Σύντομα έγινε, αλλά δε μπορούσα αλλιώς.

Είναι όμορφη πολύ, και ήρεμη. Τόσο ήρεμη. Τα μάτια της λαμποκοπούν για τον εκπαιδευμένο παρατηρητή. Τα μάτια της λαμποκοπούν εκεί που λιγότερο το περιμένεις. Το συμβάν δεν είναι σπάνιο, αλλά πρέπει να προσέξεις για να το δεις,να' σαι σε ετοιμότητα. Να το θέλεις. Άλλωστε... πόσοι αφιερώνουν έστω και λίγο χρόνο για να κοιτάξουν τον άνθρωπο στα μάτια; Γενικά μιλάω. Γενικά μιλάω, αλλά ειδικά, είναι όμορφη.

Και δεν είναι όμορφη με τον συμβατικό τρόπο. Να τα βράσω τα συμβατικά κυρά μου! Δεν είμαστε γι' αυτά, φτιαχτήκαμε για μεγαλεία εμείς! Σ' έναν κόσμο όπου η διαφορετικότητα βυθίζεται όλο και περισσότερο στη μαζοποίηση, αυτή είναι ξεχωριστή. Πρώτα-πρώτα, έχεις δει ποτέ αυλικιά; Παίζει να' ναι απ' τις τελευταίες μετενσαρκώσεις, μα τον Ερρίκο τον Έκτο! Οι ήρεμες κινήσεις της, τα μετρημένα λόγια, μάτια, μύτη, αυτιά που περιμένουν να απορροφήσουν το παραμικρό πετούμενο πέταλο γνώσης.

Και όπως μια κυρία επί των τιμών... αχ, αχ έχει μια σπιρτάδα, μια χαριτωμένη πονηριά που ξεπετάγεται εκεί που πραγματικά δε το περιμένεις. Εκτός τόπου και χρόνου, όπως η και αυτή όταν ερωτεύεται. Εκεί είναι που ο αέρας της κοπάζει, και όπως κάθε σωστό ερωτευμένο άτομο αποκτά μελανιές. Όχι, κάτσε, δε το πήγαινα για μεταφορά, οι μελανιές του έρωτα και μπλαμπλαμπλα. Κυριολεκτικά μιλάω. Όταν δεν ξέρεις που πατάς και που βρίσκεσαι, μιας και το γαμημένο μυαλό που πριν πέντε λεπτά, να!, ήταν στη θέση του τώρα πετάει πάνω απ' το κεφάλι, ε, πάντα και κάποιο έπιπλο θα βρεθεί να σ' αγκαλιάσει. Αλλά ας σοβαρευτώ επιτέλους. Προσπαθώ να σε κάνω να την ερωτευτείς.

Είναι σεβαστά ταξιδευμένη για το νεαρό της ηλικίας της. Πρόσεξε, μπορεί να σε βάλει στη θέση σου με μια απλή κουβέντα. Και τα μάτια της φτάνουν, αλλά με τις λέξεις μεγαλουργεί. Η τρυφερότητα θα της βγει αργότερα, και καλά κάνει. Μέτρο. Στον έρωτα κανείς δεν έχει, ας το βρούμε στα υπόλοιπα τουλάχιστον.

Είναι όμορφη και δε θα πω ότι είναι έξυπνη. Γιατί το μεγαλύτερο κλισέ του κόσμου εδώ ταιριάζει γάντι. Ότι δηλαδή η ομορφιά συμπεριλαμβάνει όλα τα στοιχεία του ανθρώπου. Καρδιά, μυαλό, ψυχή τε και σώματι. Τα συμπεράσματα σε σένα τ'αφήνω. Πρόσεξε, μόνο αυτό σου λέω. Πρέπει να' σαι ταξιδιάρικη και περιπετειώδης ψυχή. Γιατί ποτέ δε ξέρεις τί θ' ανακαλύψεις μέσα της. Πέρασε καιρός και ακόμα εκπλήσσομαι.

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

AllthelonelypeoplePt.1 ~~ She swears I'm a slave to the details

Βάζω τη συναυλία των Doors στο Άμστερνταμ, ανάβω τσιγάρο και ξεκινάω να σου λέω. Μη μιλήσεις.

Γιατί οι Doors; ... Έλα, το ξέρεις. Αφού  ξέρεις πόσο μου αρέσουν. Ναι, ναι σαφώς, υπάρχουν και καλύτερα, τόσο καλύτερα, πάντα μου το λες, ακόμα και αν δεν μου έχεις πει ποτέ ξεκάθαρα "Σταμάτα ν' ακούς βλακείες" μ' εκείνο τον οικεία απότομο τρόπο. Όπως έκανες στην αρχή.

Απ' το γυμνάσιο; Α ναι, το γυμνάσιο σαφώς. Δεν θυμάμαι τίποτα. Λάθος, δε χρειάζεται να θυμηθώ τίποτα. Μια-δυο σκηνές έχω κρατήσει όλες κι όλες, και τις ανασύρω που και που για να' χουμε κάτι να πούμε με άτομα που έχω χάσει, να γελάσουμε, ξέρεις τώρα. Οι μηχανισμοί κοινωνικής άνεσης είναι τακτοποιημένοι, καλογυαλισμένοι, έτοιμοι για δράση. Πάντα λειτουργούσαν καλύτερα απ'τους δικούς σου, έλα τώρα, παραδέξου το! [...] Ναι, δε μπορώ να πω, με κάνεις περήφανη, έχεις βελτιωθεί τόσο πολύ. Αλλά ναι, τέλος πάντων...

[..] Ναι, γνωριζόμαστε απ' το γυμνάσιο, αλλά ξέρεις πότε συνειδητοποίησα πως είσαι απ' τα άτομα που θέλω να' χω στη ζωή μου; Ήταν το σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη. Εκείνο το σαββατοκύριακο. Δε  ξέρω τι ήταν, το γεγονός ότι έκανα κάτι διαφορετικό, ένιωθα λίγο πιο ελεύθερη, ένιωθα βασικά χαρούμενη που είχα τους φίλους μου. Και βασικά, ένα δίποδο, κινούμενο συναίσθημα ήμουν το σαββατοκύριακο εκείνο, αλλά δεν είναι της παρούσης. Τα θυμάσαι άλλωστε.

Σε παρατηρούσα πολλή ώρα. Τώρα θα μου πεις, οι σκιαγραφήσεις δεν είναι το φόρτε μου, και δεν ξέρω καν αν αντιλήφθηκες πως σε παρατηρούσα, λες οτι δε καταλάβαινες και πολλά τότε, αυτό υποστηρίζεις, άμα θέλω το πιστεύω, δεν είσαι χαζός. Ένα ζευγάρι μάτια έβλεπα εγώ, γιατί δεν ήθελα να κοιτάξω τίποτε άλλο παρά μόνο τα μάτια και τα χέρια σου. Πάντα κοιτάζω τα χέρια στους ανθρώπους δε ξέρω γιατί, όχι ρε, όχι δεν είναι φετίχ. Είχαμε κατεβάσει δύο ναργιλέδες, απλωμένοι στα μαξιλάρια, ένα με τα μαξιλάρια που φιλοξενούσαν την γλυκιά νταγλαριασμένη ηρεμία την όμορφη εκείνη πρωτομαγιά και εγώ, πόσο τρακ μπορεί να' νιωθα εκείνο το απόγευμα, ένας θεός ξέρει. Προσπαθούσαμε να κάνουμε ήρεμες, δήθεν βαθιές κουβέντες, αναρωτιέμαι αν ξέραμε τι λέγαμε ή αν απλώς πετούσαμε τη πρώτη μαλακία που μας ερχόταν στο κεφάλι. Ας είναι. Αργότερα, το βράδυ μέσα σ' εκείνο το ενοχλητικό αμάξι, ένα αδιάκριτο πρόσωπο (όλα είναι ομίχλη, όλα είναι ομίχλη, θυμάμαι μόνο αισθήματα και ξεχνάω τα πρόσωπα) μας κουβαλούσε στην εθνική για να καταλήξουμε σ' εκείνο το ξέφωτο. Τρόμαξα κάποια στιγμή, λίγο η πορεία προς το άγνωστο, λίγο η δυνατή μουσική και σου' σφηξα το χέρι, θυμάσαι; Με κοίταξες απορημένος αλλά το' σφηξες, το κράτησες σαν να με καθησύχαζες. Το ξέρω, χαμογελαώ.

... Ο παλιός μου εαυτός θα' σου λεγε οτι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως βρήκε κάποιον στον οποίο μπορεί να στηριχτεί. Η νέα albeit όχι και τόσο σοφότερη εγώ θα σου πει πως τότε είχα δίκιο αλλά δε το' ξερα ακόμα. Μοναχά ήλπιζα. Τώρα αρχίζω να το αντιλαμβάνομαι, αργά, τόσο αργά και τόσο, μα τόσο σταθερά. Κάθε βήμα που κάνουμε μαζί είναι κάτι σίγουρο, ασφαλές, όχι ατσούμπαλο όπως το πρώτο καιρό που βουτούσα στα συναισθήματα και προσπαθούσα -εις μάτην- να σε παρασύρω. Έτσι δεν είναι; Ξέρω, ξέρω, δεν είναι ο τύπος σου... ίσως και να' ναι, ακόμα να σε μάθω. Βλέπω μόνο το δέρμα των ιδεών.

[...] Νιώθω λίγο άσχημα που ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω τι ήθελες να πεις στο ποίημα. Αλλά ποιος ξέρει. Έχουμε τόσα πρωινά να περάσουμε παρέα και ένα μαύρο τετράδιο που πρέπει να γεμίσει. Μπορεί να καταλάβω... κάποια στιγμή.

Σε κούρασα;

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Συμβουλές προς wannabe θηλυκές ιντερρέιλερς

Η ώρα 11 και 10 το βράδυ. Δε μπόρεσα να κρατηθώ...


-Δε φοβήθηκα εξετάσεις. Δε φοβήθηκα ερωτικές εξομολογήσεις. Μα, με το ταξίδι θ' ανησυχήσω; Δε μου λες ρε Αφροδίτη... έχεις την ίδια άποψη με τους γονείς μου;

-Κοίταξε να δεις Αναστάζια... Ξέρω πως δε θα πάρεις δυνατά ναρκωτικά... Ξέρω πως δε θα κάνεις σεξ με αγνώστους χωρίς προφυλακτικό. Είσαι υπεύθυνη κοπέλα. Α και πριν φύγεις, αποτρίχωση με κερί εννοείται!

-[απροσδιόριστος ήχος καρέκλας που πέφτει και πνιχτού γέλιου]





The most wasted of all days is one without laughter.  ~e.e. cummings