Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Φοβάμαι

έφτασε να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πεις ένα γεια, για να καταλάβω πόσο σοβαρά είναι.
φοβάμαι. φοβάμαι με τον ωριμότερο τρόπο που μπορώ να φανταστώ. μικρότερη, ίσως να τσίριζα, ίσως να' τρεχα στις εκκλησιές ανάβοντας κεριά, ίσως κλεινόμουν στο σπίτι και οι κουρτίνες κλειστές.
δε θα το κάνω. 
γιατί εγώ πρέπει να' μαι μεγαλύτερη. εγώ πρέπει να σε στηρίξω. εγώ πρέπει να σου δώσω ένα λόγο για να βγεις σώα από κει μέσα και να είσαι και πάλι περήφανη που είμαι κόρη σου. 
φοβάμαι πάρα πολύ. τίποτα δε με τρομάζει περισσότερο. ούτε ο φόβος της μοναξιάς, ούτε ο φόβος της απόρριψης, ούτε ο φόβος ο,τι θα με προσπεράσουν, ο,τι οι πάντες και τα πάντα θα με προσπεράσουν. ο φόβος που, συνεπής στο ραντεβού του, έρχεται και μου χτυπάει τη πόρτα κάθε χρόνο. όλα αυτά είναι ένα τίποτα σε σύγκριση με αυτό που αισθάνομαι.
το ανώμαλο είναι ότι είμαι ψύχραιμη. πόσο ανάποδη κόρη παίζει να' κανες. όταν περνούσα το μισό χρόνο να αγχώνομαι για μαλακίες. 
εσύ βέβαια δεν είσαι πιο ήρεμη. δε θα' πρεπε να' ταν έτσι τα πράγματα. δε θα' πρεπε να' χει συμβεί κάτι τέτοιο για να λυθεί μια μαλακία.
είμαι μακριά. θα' μουν μακριά σε οποιαδήποτε περίπτωση. αλλά πρέπει να ακούσεις τις καθημερινές κουβέντες. αυτές είναι που θα σου θυμίσουν πως είμαστε ένα, che sei sangue del mio sangue, πως εγώ είμαι εδώ παρά την απόσταση. πως σ'αγαπώ. 

Τετάρτη 18 Αυγούστου 2010

επετειακές μαλακίες και γλυκά παριζιάνικα βράδια

πέρασε μισός μήνας από τότε που επιστρέψαμε και ίσως να' ναι απ' τις σκηνές που θυμάμαι περισσότερο. η επίγνωση ότι όλα είναι όπως θα' πρεπε να' ναι ή όχι και τόσο, όπως το δει κανείς. τις προηγούμενες δυο μέρες τις είχα περάσει μόνη με τον Μπένετ, και δε μπορούσα να προσδιορίσω πώς αισθανόμουν. κοιταζόμασταν στα μάτια και ήταν σαν να λέγαμε -πρώτη φορά με τέτοια συμφωνία πνευμάτων- πως ναι, εδώ είμαστε, έχει περάσει ένας χρόνος και είμαστε πάλι στον τόπο του εγκλήματος. αφού ένας λονδρέζος μου είπε οτι αγαπάει περισσότερο την Πόλη του Φωτός, δε χρειαζόταν να προσθέσω κάτι παραπάνω.


ο Στράτος και η Ανθή είχαν αποφασίσει να ανέβουν στον Πύργο. δεν είχα το κουράγιο να ξανακάνω τα σκαλιά, χώρια που το προηγούμενο βράδυ, που βρεθήκαμε στην ουρά από κάτω, δεν άντεξα, κουνήθηκα λίγο μπρος-πίσω, κοίταξα τα σκονισμένα μου πόδια και ξέσπασα σε κλάματα. μες στο κεφάλι είχα το danser encore του calogero, και ήταν λες και περίμενα να τον δω εκεί, όπως πέρυσι. και δεν αναφέρομαι στον calogero φυσικά. αυτό μας έλειπε. τέλος πάντων, ξεφεύγω απ' τη κουβέντα.


όσο τα παιδιά θα πηγαίναν πάνω, βρήκαμε το μίτινγκ του cs και είπαμε να αράξουμε στο champ de mars. η ατμόσφαιρα ήταν τόσο μα τόσο τρυφερή. πήγαμε να βρούμε φαγώσιμα, ένας χαρούμενος βρετανός και μια τρελή ελληνοιταλίδα, συζητώντας περί Μαρξ και coherency, τα φώτα της πόλης ν' ανάβουν σιγά-σιγά, και εμείς να μη μπορούμε να αποφασίσουμε ανάμεσα σε ταμπουλέ με κοτόπουλο ή λαχανικά.


"do you reckon the guys are still up there?"
"dunno, choose a cheaper wine and let's have the expensive one first."


και μετά, το μόνο που θυμάμαι είναι ότι ήδη έχω πιει λιγουλάκι, μιλάω με δυο κοπέλες από καναδά που ήρθαν απ' το άμστερνταμ με ποδήλατο -respect- και έναν ελεγκτή στη scnf που μου λέει tu parles bien français, toi! και εγώ να λέω το κλασικό "κάνουμε ότι μπορούμε" με το κλασικό αποδεσμευτικό χαμόγελο, και μέσα στη γενική ζάλη και ευφορία, τον Μπένετ να γελάει, να γελάει και να μου λένε με την άλλη κοπελίτσα "έλα ανέβα στο ποδήλατο" και να δοκιμάζω πρώτη φορά στη ζωή μου, γραφτό ήταν να γίνει στο Παρίσι, και να με κρατάνε τα παιδιά και la Tour, φωτισμένη, μπροστά μου, και να γυρνάνε οι ρόδες και να φωνάζω από χαρά και γλυκιά μέθη.


ένα λεπτό για να συνέλθω.


το μετρό έκλεινε σε μισή ώρα. αρπάζουμε ότι έμεινε και δεν έμεινε και τρέχουμε στο la grenelle. βγαίνουμε gobelins, και δε θυμάμαι τί ακούγαμε, αλλά λέω στον Μπένετ "άκου και αυτό τον Yeah Yeah Yeahs, και ας βιαστούμε, πρέπει να πάω οπωσδήποτε τουαλέτα" και μια Αναστάζια να ανηφορίζει με τα βίας προς το χόστελ και ένα Μπένετ να τρέχει από πίσω σαν τον προπονητή, φωνάζοντας "Πιο σφιχτά τα πόδια, δεν τα κρατάς αρκετά σφιχτά!" για να δούμε και πόσο γρήγορα μπορούμε να περάσουμε απ' τις σοφιστικέ περιπέτειες σε τραγελαφικά γεγονότα.


και μετά...


μετά... η Ανθή και ο Στράτος ακόμα αγνοούνται, και αποφασίζουμε να πιούμε και το τελευταίο κρασί. και είναι εκεί που αρχίζουν να βγαίνουν τα σοβαρά. τα σοβαρά πάντα βγαίνουν στις τελευταίες σταγόνες, και μετά μετανιώνεις που δεν ήπιες περισσότερο. το πεζουλάκι στο διπλανό εστιατόριο μας κάνει μια χαρά -"καθότι, μοιραία, έχουμε και τσιγάρα" θα' λεγε η Ρία- και πάλι καλά που έχουμε και μουσική.


"τι δουλειά έχουμε εδώ;"
"δε ξέρω"
"θα' πρεπε να' μαστε αλλού"
"το γνωρίζω"
"άρα τη δουλειά έχουμε εδώ;"
"εμείς το επιλέξαμε"
"γιατί δεν είσαι μαζί της;"
"γιατί δεν είσαι μαζί του;"
"δεν καταλαβαίνει πόσο απίστευτη είναι"
"δεν καταλαβαίνει πως ομορφαίνει όταν χαμογελάει"
"άρα τι κάνουμε εδώ;"
"τουλάχιστον είμαστε μαζί"
"είμαστε Παρίσι"
"θα τους ξαναφέρουμε"
"πρέπει να τους ξαναφέρουμε"
"δεν νοείται να μείνουν οπουδήποτε αλλού!"
"και εμείς επίσης!"
"και θα έρθουμε να ζήσουμε όλοι μαζί σαν μια ευτυχισμένη, πολυπολιτισμική, μπερδεμένη οικογένεια"
"γιατί όχι! βάλε τώρα beatles και ακόμα λίγο κρασάκι..."


πριν πέσω, ψάχνω σε μια σακούλα με εγκαταλελειμμένα βιβλία, από αυτά που βρίσκεις πολλές φορές αφημένα σε διάφορες γωνίες στους δρόμους του Παρισιού. τα είχα δει πολλές φορές, αλλά δε σκέφτηκα να πάρω κανένα, ποτέ. εκείνο το βράδυ, το πρώτο που πήρα στα χέρια μου, ήταν και αυτό που έψαχνα. χαμογέλασα και πήγα να δω τους κύκλους να γεννιούνται μες στο κεφάλι μου.






αφιερωμένο στον γλυκό, βρετανό μπασταρδάκο μας. κάποια μέρα θα γνωρίζει αρκετά ελληνικά για να το διαβάσει από μόνος του καθώς στις αναμνήσεις μεταφραστής δε χωρεί. ~~

Δευτέρα 7 Ιουνίου 2010

Παιχνιδιάρικο mood ή ο θεός να μας βοηθήσει

Λευκά, λευκότατα πόδια, ακόμα ανέγγιχτα απ' τον καλοκαιρινό ήλιο, απλώνονται νωχελικά σ' ένα πορτοκαλί καναπέ. Η μια χτυπημένη φιλενάδα φέρνει ένα μπολ πασατέμπο, και η άλλη χτυπημένη φιλενάδα ακουμπάει τ' απαραίτητα τσιγάρα πάνω στο τραπέζι.

"Θα πρεπε να' χες πει εσένα τί σε νοιάζει"
"Πάντα το ξεχνάω. Όλες οι καλύτερες ατάκες έρχονται μετά από καιρό, δε το παθαίνεις ποτέ;" Ανάβει ένα τσιγάρο προσπαθώντας να εξασκηθεί σε σέξι και τάχα τυχαίες κινήσεις.
"Αμ πως... Τις προάλλες, το χοντρό αφεντικό μου , μου ζήτησε να δουλέψω δωρεάν το  καλοκαίρι. Είναι για τους καθηγητές που δεν έχουν τίποτα να κάνουν μες στις διακοπές, για να απασχολούνται, λέει."
"Τι φοβερή ατάκα ήθελες να πετάξεις;"
"Get a life. Είσαι χοντρός, το περηφανεύεσαι και περνάς όλη την ημέρα μπροστά στον υπολογιστή"
"Και;"
"Και του έριξα μια ματιά γεμάτη οίκτο, απ' τις δικές μου, και έφυγα"
"Είναι λυπηρό. Καλά έκανες"

Σιωπή. Έχουν όρεξη να μιλήσουν, δε πα να περνάνε μέρες, there's always talk of the boys, πότε ακριβώς θα εξαντληθεί το θέμα είπαμε; Πόσες γενιές ακόμη πρέπει να περάσουν;

"Τί ακριβώς κάνουμε τώρα;"
"Περιμένουμε το καλοκαίρι"
"Αντιλαμβάνεσαι πως η ζωή μας περιστρέφεται γύρω από τρεις άνδρες;"
"Λάθος. Η δικιά μου ζωή περιστρέφεται γύρω από έναν άνδρα. Η δικιά σου περιστρέφεται γύρω από έναν άνδρα κι ένα παιδάκι"

Το φουντούκι της κάθεται στο λαιμό. Γυρνάει και τη κοιτάει.
"Μαλάκα, δίκιο έχεις"
"Και στις τρεις περιπτώσεις είναι λυπηρό."
"Είναι λυπηρό"

Ο τοίχος απέναντι ποτέ δεν υπήρξε πιο υπνωτικός. Οι φιλενάδες κάθονται και καπνίζουν λες και το θέμα που μόλις συζητήθηκε λακωνικά (ή όχι και τόσο, τόσα επιτρέπεται να ξέρει ο παρατηρητής ή τόσα επιτρέπεται να πει) είναι το κέντρο του κόσμου. Στην πραγματικότητα δεν είναι. Απλώς οι φιλενάδες δε το ξέρουν. Καμία κοριτσοπαρέα δε θα το αντιληφθεί ποτέ.

Κυριακή 6 Ιουνίου 2010

AllthelonelypeoplePt.3 ~~ I spin off and lose my head or another lost july

Και είναι τόσο παράξενο που το mp3 άρχισε να παίζει το Strange Attraction ακριβώς τώρα. Μα τους Cure, δε το προγραμμάτισα, ορκίζομαι.

ένα βλέμμα. σιχαίνομαι τη προφορά σου, σιχαίνομαι τη καταγωγή σου, σιχαίνομαι το τρόπο που μιλάς, λες και νομίζεις πως είσαι κουλ or sumthin, δεν υπάρχει κάτι, οτιδήποτε, που θα μου κινήσει το ενδιαφέρον πάνω σου. ποτέ, ποτέ, ποτέ. ΠΟΤΕ.

ακόμη ένα βλέμμα. φυσάει κιόλας σήμερα και πραγματικά, τα νεύρα μου, περικυκλώνομαι από από ηλίθιους ανθρώπους, τί σκατά τους τραβάω πάνω μου, το κάνω οικειοθελώς, μα τον Πύργο. όχι τον Λευκό.

ακόμη ένα βλέμμα. σιχαίνομαι και τη μουσική που ακούς. Tool; προσπάθησα να τους καταλάβω ένα υπερβολικά ζεστό και κολλώδες καλοκαίρι στην Αλεξανδρούπολη και πραγματικά, δεν έχω καμία όρεξη να ξαναμπώ στο τρυπάκι. προτιμώ τη ψυχεδελική ροκ, τί να κάνουμε.

ακόμη ένα βλέμμα. χμ, τεσπά, ναι κάτι γίνεται.

ακόμη ένα βλέμμα. ω, εντάξει, η χαζογκόμενα μέσα μου δεν μπορεί να σκάσει και απλώς φωνάζει "ΤΙ ΓΛΥΚΟΟΟΟΟΟΟΟΟΣ ΠΗΓΕ ΝΑ ΤΣΕΚΑΡΕΙ ΓΙΑ ΕΙΣΗΤΗΡΙΑ!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!!"

ακόμη ένα βλέμμα. χμ, ναι, καλά, κάτι μπορεί να γίνει, γιατί όχι; δε θα το περάσουμε όλο το καλοκαίρι μπακούρια, έτσι δεν είναι;

ακόμη ένα βλέμμα και μια νύχτα περνάει και σε ξεχνάω, και ναι, ίσως να μπορούσαμε να γίνουμε φίλοι, άλλωστε καλά τα λέμε, δε θέλει και περισσότερα.

ακόμη ένα νυσταγμένο βλέμμα, ένα πρωινό ξύπνημα, και ναι, γιατί να μη πάμε στο Πάνθεον σήμερα, και ναι, κάτσε να ανάψω τον υπολογιστή Βάσω, και ου, έχω μήνυμα. "ήταν πολύ ωραία χτες που σε γνώρισα, ελπίζω να σε ξαναδώ". η Βάσω χώνει τη μύτη της και λέει: είναι άνδρας, δε χρειάζεται πολύ για να το καταλάβεις. χαμογελάω, δεν είμαι συνηθισμένη, καθόλου μα καθόλου.

ακόμη ένα βλέμμα. μου μιλάς για τον αγαπημένο σου πίνακα στο Λούβρο, και μετά καθόμαστε σε ψεύτικη άμμο, και βρέχεσαι ανοίγοντας το κρασί, και σε κοιτάω, σε κοιτάω, σε κοιτάω και με κοιτάς, με κοιτάς, με κοιτάς και γιατί τα μάτια μου δεν κατεβαίνουν, κατέβασε τα μάτια αναστάζια, κατέβασε τα ΤΩΡΑ σου είπα, αλλά αυτά τίποτα, δεν ακούνε.

ακόμη ένα βλέμμα και το μόνο που θυμάμαι είναι ότι τρέχω απ' το les halles να προλάβω τη παρέα, με μια Βάσω που φοράει αυτάκια μίννι μάους και προσπαθεί να με καθυστερήσει από πίσω και ένα ζευγάρι που θέλει να πάει διακοπές στην Ελλάδα και η κοπέλα δουλεύει στην Orangerie. και σχεδιασμένο να το είχα, πιο σουρεάλ εικόνα δε θα κατάφερνα να δημιουργήσω.

ακόμη ένα βλέμμα. φοράω εκείνη τη τσιγγάνικη φούστα που κάποιος μαλάκας μου έκλεψε 2 βδομάδες μετά και είμαστε σε μια παλιά αίθουσα βασανιστηρίων και με ρωτάς "σου αρέσει η μουσική;" και μετά ξανά "σου αρέσει η μουσική;" και ακόμη μια φορά "σου αρέσει η μουσική;" και σου απαντώ "το ρώτησες τρεις φορές" -"προσπαθώ να σου πιάσω κουβέντα" και γελάω, και το γέλιο μου χάνεται σε νότες που σκοντάφτουν.

ακόμη ένα βλέμμα. και είναι σαν να μου λες "γαμώτο, είμαστε πολύ μακριά". έλα όμως που το ίδιο σκέφτομαι κι εγώ. μου σφίγγεις τα χέρια και δε μπορούμε να μιλήσουμε

ακόμη ένα βλέμμα. σε χαιρετάω. δε βαριέσαι αναστάζια, για τρεις μέρες ήταν μόνο.

....

ακόμη ένα βλέμμα και μου λες "πάει σχεδόν ένας χρόνος από τότε που γνωριστήκαμε. με ξέρεις καλύτερα απ' ότι φανταζόμουν. είσαι πανέμορφη το πρωί"

γαμώτο.




*δε θα προλάβαινα αργότερα. θα φύγω για να αρχίσω και γω να ταξιδεύω, όπως ακριβώς μου το ενέπνευσες εκείνο το βράδυ. 18 ιουλίου 2009. χρόνια μας πολλά ~~

Τρίτη 11 Μαΐου 2010

AllthelonelypeoplePt.2 ~~ J'ai besoin de la lune pour lui parler la nuit

Είναι ψηλή, καστανομάλλα, και όμορφη. Είναι όμορφη πολύ, μ' έναν τόσο διαφορετικό τρόπο. Θα' λεγες βγαλμένη από κάποια ετρουσκική ζωγραφιά ή μια παλιά τούρκικη φωτογραφία. Πόσες λέξεις μέχρι ν' αναφέρω την Τουρκία; Σύντομα έγινε, αλλά δε μπορούσα αλλιώς.

Είναι όμορφη πολύ, και ήρεμη. Τόσο ήρεμη. Τα μάτια της λαμποκοπούν για τον εκπαιδευμένο παρατηρητή. Τα μάτια της λαμποκοπούν εκεί που λιγότερο το περιμένεις. Το συμβάν δεν είναι σπάνιο, αλλά πρέπει να προσέξεις για να το δεις,να' σαι σε ετοιμότητα. Να το θέλεις. Άλλωστε... πόσοι αφιερώνουν έστω και λίγο χρόνο για να κοιτάξουν τον άνθρωπο στα μάτια; Γενικά μιλάω. Γενικά μιλάω, αλλά ειδικά, είναι όμορφη.

Και δεν είναι όμορφη με τον συμβατικό τρόπο. Να τα βράσω τα συμβατικά κυρά μου! Δεν είμαστε γι' αυτά, φτιαχτήκαμε για μεγαλεία εμείς! Σ' έναν κόσμο όπου η διαφορετικότητα βυθίζεται όλο και περισσότερο στη μαζοποίηση, αυτή είναι ξεχωριστή. Πρώτα-πρώτα, έχεις δει ποτέ αυλικιά; Παίζει να' ναι απ' τις τελευταίες μετενσαρκώσεις, μα τον Ερρίκο τον Έκτο! Οι ήρεμες κινήσεις της, τα μετρημένα λόγια, μάτια, μύτη, αυτιά που περιμένουν να απορροφήσουν το παραμικρό πετούμενο πέταλο γνώσης.

Και όπως μια κυρία επί των τιμών... αχ, αχ έχει μια σπιρτάδα, μια χαριτωμένη πονηριά που ξεπετάγεται εκεί που πραγματικά δε το περιμένεις. Εκτός τόπου και χρόνου, όπως η και αυτή όταν ερωτεύεται. Εκεί είναι που ο αέρας της κοπάζει, και όπως κάθε σωστό ερωτευμένο άτομο αποκτά μελανιές. Όχι, κάτσε, δε το πήγαινα για μεταφορά, οι μελανιές του έρωτα και μπλαμπλαμπλα. Κυριολεκτικά μιλάω. Όταν δεν ξέρεις που πατάς και που βρίσκεσαι, μιας και το γαμημένο μυαλό που πριν πέντε λεπτά, να!, ήταν στη θέση του τώρα πετάει πάνω απ' το κεφάλι, ε, πάντα και κάποιο έπιπλο θα βρεθεί να σ' αγκαλιάσει. Αλλά ας σοβαρευτώ επιτέλους. Προσπαθώ να σε κάνω να την ερωτευτείς.

Είναι σεβαστά ταξιδευμένη για το νεαρό της ηλικίας της. Πρόσεξε, μπορεί να σε βάλει στη θέση σου με μια απλή κουβέντα. Και τα μάτια της φτάνουν, αλλά με τις λέξεις μεγαλουργεί. Η τρυφερότητα θα της βγει αργότερα, και καλά κάνει. Μέτρο. Στον έρωτα κανείς δεν έχει, ας το βρούμε στα υπόλοιπα τουλάχιστον.

Είναι όμορφη και δε θα πω ότι είναι έξυπνη. Γιατί το μεγαλύτερο κλισέ του κόσμου εδώ ταιριάζει γάντι. Ότι δηλαδή η ομορφιά συμπεριλαμβάνει όλα τα στοιχεία του ανθρώπου. Καρδιά, μυαλό, ψυχή τε και σώματι. Τα συμπεράσματα σε σένα τ'αφήνω. Πρόσεξε, μόνο αυτό σου λέω. Πρέπει να' σαι ταξιδιάρικη και περιπετειώδης ψυχή. Γιατί ποτέ δε ξέρεις τί θ' ανακαλύψεις μέσα της. Πέρασε καιρός και ακόμα εκπλήσσομαι.

Δευτέρα 10 Μαΐου 2010

AllthelonelypeoplePt.1 ~~ She swears I'm a slave to the details

Βάζω τη συναυλία των Doors στο Άμστερνταμ, ανάβω τσιγάρο και ξεκινάω να σου λέω. Μη μιλήσεις.

Γιατί οι Doors; ... Έλα, το ξέρεις. Αφού  ξέρεις πόσο μου αρέσουν. Ναι, ναι σαφώς, υπάρχουν και καλύτερα, τόσο καλύτερα, πάντα μου το λες, ακόμα και αν δεν μου έχεις πει ποτέ ξεκάθαρα "Σταμάτα ν' ακούς βλακείες" μ' εκείνο τον οικεία απότομο τρόπο. Όπως έκανες στην αρχή.

Απ' το γυμνάσιο; Α ναι, το γυμνάσιο σαφώς. Δεν θυμάμαι τίποτα. Λάθος, δε χρειάζεται να θυμηθώ τίποτα. Μια-δυο σκηνές έχω κρατήσει όλες κι όλες, και τις ανασύρω που και που για να' χουμε κάτι να πούμε με άτομα που έχω χάσει, να γελάσουμε, ξέρεις τώρα. Οι μηχανισμοί κοινωνικής άνεσης είναι τακτοποιημένοι, καλογυαλισμένοι, έτοιμοι για δράση. Πάντα λειτουργούσαν καλύτερα απ'τους δικούς σου, έλα τώρα, παραδέξου το! [...] Ναι, δε μπορώ να πω, με κάνεις περήφανη, έχεις βελτιωθεί τόσο πολύ. Αλλά ναι, τέλος πάντων...

[..] Ναι, γνωριζόμαστε απ' το γυμνάσιο, αλλά ξέρεις πότε συνειδητοποίησα πως είσαι απ' τα άτομα που θέλω να' χω στη ζωή μου; Ήταν το σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη. Εκείνο το σαββατοκύριακο. Δε  ξέρω τι ήταν, το γεγονός ότι έκανα κάτι διαφορετικό, ένιωθα λίγο πιο ελεύθερη, ένιωθα βασικά χαρούμενη που είχα τους φίλους μου. Και βασικά, ένα δίποδο, κινούμενο συναίσθημα ήμουν το σαββατοκύριακο εκείνο, αλλά δεν είναι της παρούσης. Τα θυμάσαι άλλωστε.

Σε παρατηρούσα πολλή ώρα. Τώρα θα μου πεις, οι σκιαγραφήσεις δεν είναι το φόρτε μου, και δεν ξέρω καν αν αντιλήφθηκες πως σε παρατηρούσα, λες οτι δε καταλάβαινες και πολλά τότε, αυτό υποστηρίζεις, άμα θέλω το πιστεύω, δεν είσαι χαζός. Ένα ζευγάρι μάτια έβλεπα εγώ, γιατί δεν ήθελα να κοιτάξω τίποτε άλλο παρά μόνο τα μάτια και τα χέρια σου. Πάντα κοιτάζω τα χέρια στους ανθρώπους δε ξέρω γιατί, όχι ρε, όχι δεν είναι φετίχ. Είχαμε κατεβάσει δύο ναργιλέδες, απλωμένοι στα μαξιλάρια, ένα με τα μαξιλάρια που φιλοξενούσαν την γλυκιά νταγλαριασμένη ηρεμία την όμορφη εκείνη πρωτομαγιά και εγώ, πόσο τρακ μπορεί να' νιωθα εκείνο το απόγευμα, ένας θεός ξέρει. Προσπαθούσαμε να κάνουμε ήρεμες, δήθεν βαθιές κουβέντες, αναρωτιέμαι αν ξέραμε τι λέγαμε ή αν απλώς πετούσαμε τη πρώτη μαλακία που μας ερχόταν στο κεφάλι. Ας είναι. Αργότερα, το βράδυ μέσα σ' εκείνο το ενοχλητικό αμάξι, ένα αδιάκριτο πρόσωπο (όλα είναι ομίχλη, όλα είναι ομίχλη, θυμάμαι μόνο αισθήματα και ξεχνάω τα πρόσωπα) μας κουβαλούσε στην εθνική για να καταλήξουμε σ' εκείνο το ξέφωτο. Τρόμαξα κάποια στιγμή, λίγο η πορεία προς το άγνωστο, λίγο η δυνατή μουσική και σου' σφηξα το χέρι, θυμάσαι; Με κοίταξες απορημένος αλλά το' σφηξες, το κράτησες σαν να με καθησύχαζες. Το ξέρω, χαμογελαώ.

... Ο παλιός μου εαυτός θα' σου λεγε οτι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως βρήκε κάποιον στον οποίο μπορεί να στηριχτεί. Η νέα albeit όχι και τόσο σοφότερη εγώ θα σου πει πως τότε είχα δίκιο αλλά δε το' ξερα ακόμα. Μοναχά ήλπιζα. Τώρα αρχίζω να το αντιλαμβάνομαι, αργά, τόσο αργά και τόσο, μα τόσο σταθερά. Κάθε βήμα που κάνουμε μαζί είναι κάτι σίγουρο, ασφαλές, όχι ατσούμπαλο όπως το πρώτο καιρό που βουτούσα στα συναισθήματα και προσπαθούσα -εις μάτην- να σε παρασύρω. Έτσι δεν είναι; Ξέρω, ξέρω, δεν είναι ο τύπος σου... ίσως και να' ναι, ακόμα να σε μάθω. Βλέπω μόνο το δέρμα των ιδεών.

[...] Νιώθω λίγο άσχημα που ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω τι ήθελες να πεις στο ποίημα. Αλλά ποιος ξέρει. Έχουμε τόσα πρωινά να περάσουμε παρέα και ένα μαύρο τετράδιο που πρέπει να γεμίσει. Μπορεί να καταλάβω... κάποια στιγμή.

Σε κούρασα;

Παρασκευή 7 Μαΐου 2010

Συμβουλές προς wannabe θηλυκές ιντερρέιλερς

Η ώρα 11 και 10 το βράδυ. Δε μπόρεσα να κρατηθώ...


-Δε φοβήθηκα εξετάσεις. Δε φοβήθηκα ερωτικές εξομολογήσεις. Μα, με το ταξίδι θ' ανησυχήσω; Δε μου λες ρε Αφροδίτη... έχεις την ίδια άποψη με τους γονείς μου;

-Κοίταξε να δεις Αναστάζια... Ξέρω πως δε θα πάρεις δυνατά ναρκωτικά... Ξέρω πως δε θα κάνεις σεξ με αγνώστους χωρίς προφυλακτικό. Είσαι υπεύθυνη κοπέλα. Α και πριν φύγεις, αποτρίχωση με κερί εννοείται!

-[απροσδιόριστος ήχος καρέκλας που πέφτει και πνιχτού γέλιου]





The most wasted of all days is one without laughter.  ~e.e. cummings

Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Silence is underrated


Το πανεπιστήμιο.. τι μεγάλο σχολείο ζωής! Όχι τόσο λόγω των γνώσεων που (μπορεί να) μας παρέχει επί του μελλοντικού επαγγέλματος, αλλά και μόνο για τη δωρεάν παρατήρηση που προσφέρει όλης αυτής της ανθρώπινης πανίδας, αξίζει. Οι περισσότεροι φαντάζομαι θα βρίσκουν ενδιαφέρον στην (ευφημιστικά) ονομαζόμενη, "κοινωνική παρατήρηση". Αλλά στο πανεπιστήμιο έχεις να κάνεις με άτομα που είναι αρκετά μεγάλα για να ξέρουν τί θέλουν και αρκετά μικρά για να μη ξέρουν για πόσο ακόμα θα το θέλουν. Σε μπέρδεψα λίγο, ε; Έστω, ο καθένας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά...

Πόσα έχω μάθει απ' την πρώτη μέρα! Και, αλίμονο, δε μιλάω, για το πανεπιστήμιο αυτό καθ' αυτό, αλλά για τη στιγμή που βγήκαμε απ' τα σπίτια και πάψαμε να έχουμε τη δυνατότητα να κρυβόμαστε πίσω απ' τα φουστάνια της μαμάς. Βέβαια, τώρα οι τακτικές άμυνας είναι άλλες -γιατί, ας μη ξεχνάμε πως μεγαλώνουμε κιόλας. Υπάρχουν τα άτομα που προτιμάνε να κλειστούν στο σπίτι και να μην αντιμετωπίζουν τον έξω κόσμο, για βδομάααααδες, μέχρι να νιώσουν αρκετά δυνατοί και να "γυρίσουν τον διακόπτη" όπως λέει και ο Στράτος. Υπάρχουν αυτοί που κουτουλάνε όποιον τολμάει να τους αντιμιλήσει και αντιμετωπίζουν αυτό τον έξω κόσμο a muso duro, που λένε και στην πατρίδα μου, με σκληρό μούτρο. Υπάρχει, φευ! και η τελευταία εξέλιξη (ποια είμαι εγώ για να πω κατηγορία), εκείνη των ατόμων που τα κρατάνε, τα κρατάνε, τα κρατάνε, τα μαζεύουν, τα μαζεύουν, τα μαζεύουν και είτε αποφασίζουν να μη μιλήσουν, αν μιλάνε θα' ναι στον/την ατυχή κολλητό/ή που βρίσκεται παραδίπλα, ή αλλιώς, εντέλει είναι πιθανό να βρεθούν στο σπίτι με τα μυαλά σκορπισμένα στο πάτωμα, απ΄τις συσσωρευμένες μαλακίες που άκουσαν και αποθήκευσαν. Ευτυχώς, κινούμαι προς τη τελευταία εξέλιξη. Και ναι, πρόσεχε, λέω ευτυχώς γιατί τελευταία αποδείχτηκε πολύ χρήσιμο, και ας με θεωρείς κομπλεξική ή δειλή, διάλεξε και πάρε, αλλά ευχαρίστησα τον Θεό, τους γονείς μου, και συγκεκριμένους φίλους μου που με μάθανε να κλείνω το στόμα όταν δε με παίρνει. Βέβαια, ο Θεός στη πορεία χάθηκε, οι γονείς με πιέζουν προς τον εκφυλισμό αυτής της τάσης, και οι συγκεκριμένοι φίλοι ξέχασαν τις διδαχές τους και άρχισαν να ανοίγουν το στόμα τους περισσότερο απ' όσο πρέπει ( θα φτάσει η στιγμή που θα το ανοίξω κι εγώ, και θα' ναι μαύρη τρύπα, μα τον Μόρισον).

Η σκατολογία δίνει και παίρνει μέσα και έξω απ' τα πανεπιστήμια, ειδικά μέσα, καθώς προστατεύεται απ' την υποτιθέμενη και μη εξαιρετέα, ελευθερία λόγου. Να τη βράσω την ελευθερία λόγου, όταν οι πρώτοι που μας διδάσκουν τη σκατολογία είναι οι ίδιοι παιδαγωγοί. Το παρόν κείμενο αποτελεί καρπό της πολυετούς αυτής εκπαίδευσης, άρα φίλε σε σώζω απ' το κόπο τώρα, γιατί σήμερα θα μεγαλουργήσω! Το θέμα δεν είναι να μας μάθουν να μιλάμε, αλλά να μας μάθουν να σιωπούμε. Σου φαίνεται φασιστικό; Να με συγχωρεί η δεσποσύνη σας, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι! Το βασικότερο ένστικτο της αυτοσυντήρησης μας ωθεί να μιλάμε, γιατί αν δεν εκφέρουμε γνώμη, αν δεν ακουστούμε, αν δεν αφήσουμε ίχνος της παρουσίας μας, δεν "υπάρχουμε". Ή αν το πάρουμε πολύ πιο απλά, το μικρό εγωιστικό ανθρωπάκι μέσα μου θα πει "Έλα Αναστάζια, το ξέρω, το ξέρω ότι θες να καταπλήξεις τους πάντες με την απαστράπτουσα προσωπικότητά σου και τις φοβερές γνώσεις σου, μίλα, μίλα, μίλα" Δεν έχω κανένα απ' τα δύο, αρά το βουλώνω όταν τα καταφέρνω. Και κόπιασα πολύ για να τα καταφέρω, και δεν ξέρω ακόμα αν έχω κατακτήσει αυτή τη μαγική ικανότητα που, αν ήταν διαδεδομένη, θα' κανε τον κόσμο μας πολύ καλύτερο.

Το θέμα είναι ότι όταν ανοίγουμε το στόμα μας χωρίς να σκεφτούμε, τραβάμε κάτω τα άτομα που ασχολήθηκαν, κόπιασαν και φτύσαν αίμα στο αντικείμενο για τ' οποίο εκφέρουμε τη χαριτωμένη μας άποψη. Έχω ακούσει άτομο να μιλάει για Πανελλήνιες, χωρίς να έχει ιδέα για το τί περασαμε. Άτομο σε τυχαία φιλολογία να υπερηφανεύεται για μια ώρα "Ιστορία της Μετάφρασης" που έκανε, και μου ήρθε να εκσφενδονίσω τον τόμο "Θεωρία κ Πράξη της Μετάφρασης" που τρώω στη μάπα καθημερινά, να του έρθει στο κούτελο. Άτομο που πριν λίγο καιρό δεν άγγιζε καν τη σφαίρα της λογοτεχνίας και της "ποιοτικής" μουσικής, να μου μιλάει για επίπεδα, ομάδες και κατηγορίες και να μου απλώνει στα μούτρα το τελευταίο best-seller. Τέλος, γιατί ας μη ξεχνάμε ότι δεν εκφέρουμε απόψεις μόνο για γνωστικά αντικείμενα αλλά και για συναισθηματικές καταστάσεις, έχω βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να μου πουν πως "Αυτό που νιώθεις, δεν είναι έρωτας". Και γω, η ηλίθια, δεν απάντησα όταν έπρεπε.

Αυτή η δικτατορία πρέπει να σταματήσει! Πότε πάψαμε να θεωρούμε τη μετριοφροσύνη μπας-κλας αξία, πότε σταματήσαμε να τη καταδεχόμαστε; Δεν είναι αρκετή η παπαρολογία που μας ποτίζει η τηλεόραση; Πρέπει να τη βρίσκουμε και απ' το περιβάλλον μας; Πρέπει να την υποστούμε σε τόσο σοβαρά θέματα; Δε φτάνουν όλα τα υπόλοιπα, ΚΑΙ αυτό;

Εννοείται πως όταν νιώθουμε πως πρέπει να προστατέψουμε τις πνευματικές και συναισθηματικές κατακτήσεις μας, επιβάλλεται η ομιλία. Αλλά αυτό πιστεύω πως το είχες καταλάβει απ' την αρχή Και πάλι, όταν κάποιος είναι σίγουρος για την αξία του, δε τη διατυμπανίζει στους πέντε ανέμους, γιατί θα κληθεί να τη αποδείξει, και τότε θα φανεί η υπεροχή του σε σύγκριση με τον τυχαίο φαφλατά Μόνο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα θα μπορούσαν τα λόγια να μετράνε περισσότερο απ' τις πράξεις.

Με μια αξία, σιγά-σιγά, αργά και σταθερά, σαν το σαλιγκάρι, μαθαίνω να πορεύομαι στη ζωή μου: μιλάμε όταν ξέρουμε, όταν ζήσαμε, όταν πρέπει. Και κάποια στιγμή, σαν το σαλιγκάρι, θα βρεθεί κάποιος να πατήσει κι εμένα.







ο διακόπτης είναι του μουστάκα, και η παπαρολογία είναι γέννημα (θρέμμα) της ανθής πάνω σε μια απ'της κρίσεις που περάσαμε κατά τη συγγραφή της τελευταίας εργασίας. αυτό αφιερωμένο --> ο.Ο

Όσο για σένα, ναι, εσένα. Δε ξέρεις πόσο με απογοήτευσες.


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Οι εποχές μας προσπερνούν...

Κάθομαι στην απλή και όμορφη κουζίνα, σκηνικό σε τόσα παράξενα πρωινά, πρωινά με νυσταγμένους καφέδες, πρωινά με νυσταγμένους επισκέπτες, πρωινά με νυσταγμένα όνειρα που προσπαθούμε κάθε φορά να ανασύρουμε από κείνες τις σκοτεινές γωνίες της φάσης REM, μπας και κάνουν ελαφρύτερη εκείνη τη πρωινή νυσταγμένη κουβέντα που πιο βαριά δε γίνεται. Κάθομαι στην απλή και όμορφη κουζίνα και έχω το μπλε πακέτο με τα Gauloises μπροστά μου, και δεν είναι ένα βαρή πρωινό, αλλά μια ελαφρία νύχτα, που ακολουθεί μια εξίσου όμορφη αλκυονίδα...

Κάθομαι μ' ένα ζευγάρι καστανά μάτια και καπνίζουμε, καπνίζουμε και αναρωτιόμαστε πώς πέρασε τόσος χρόνος σ΄ αυτό που φάνηκε σαν μια μέρα, αναρωτιόμαστε πότε αυτές οι απλές έννοιες, οι υποτιθέμενες απλές έννοιες (μαλακίες...), γίνανε τόσο μα τόσο περίπλοκες. Πότε το ενδιαφέρον άρχισε να θεωρείται ζήλια. Πότε αρχίσαμε να αναζητάμε πράγματα στα μάτια των άλλων, που δεν θα' πρεπε, δεν πρέπει, δε θα' πρεπε να υπάρχουν. Πότε μεγαλώσαμε, πότε μεγαλώσαμε; Πόσος χρόνος να πέρασε από εκείνη τη βραδιά, που, κοιτάζοντας τον εαυτό μου στο καθρέφτη έλεγα "Πάει, Αναστάζια, αντιλαμβάνεσαι πως βγαίνεις απ' το σπίτι και δε ξαναγυρνάς;" Πόσος χρόνος να πέρασε από κείνες τις γυμνές νύχτες στη παραλία; Πόσος χρόνος να πέρασε από κείνες τις άγρυπνες νύχτες που το μόνο που άφηναν πίσω τους ήταν κομψά γράμματα πάνω σε πορτοκαλί χαρτιά; Πόσος χρόνος θα περάσει μέχρι να δημιουργήσουμε νέες αναμνήσεις και να αφήσουμε επιτέλους το νεκρό δέρμα των περασμένων να χαθεί πίσω μας όταν πετάμε, όπως όταν η πεταλούδα αφήνει εκείνο το κουκούλι...

Χμ... Χαχα, ναι, έχεις δίκιο, μια παρομοίωση με φίδι θα λειτουργούσε καλύτερα σ' αυτό το σημείο. Αλλά δεν είναι καιρός για φίδια. Δεν είναι καιρός για φίδια, γαμώτο! Νιώθω ακόμα την ανάγκη να πιστεύω στους ανθρώπους. Νιώθω ακόμα την ανάγκη να έχω καστανά μάτια στη ζωή μου, πολλά καστανά μάτια, που θα' ρθουν να με συναντήσουν στη μέση του δρόμου, που θα με καθήσουν με το ζόρι να ακούσω καναδέζικη μουσική, που θα με καθήσουν με το ζόρι να δω anime! Ένα συγκεκριμένο ζευγάρι πράσινα μάτια που θα με οδηγήσει στα άκρα -όποια και να' ναι αυτά- δυο ζεγάρια μάτια που είναι μακριά, τόσο μακριά... Και τα δικά σου, τα δικά σου μάτια. Τα πιο γλυκά του κόσμου, τα πιο φευγάτα και πιο συγκεντρωμένα, τα μοναδικά που μπορώ να κοιτάξω χωρίς να χαμηλώσω ούτε μια φορά το βλέμμα.

"Τα ίδια που θέλεις και συ;"
"Ναι, τα ίδια που θέλω και γω."

Όλα αυτά τα θέλω, να με κοιτάνε, να τα κοιτάω, να τα κοιτάς, να τα πονάμε μαζί, να τα χαιρόμαστε παρέα.

"Πάμε;"






ο τίτλος ανήκει στον μους. ο ίδιος μπορεί να μη το θυμάται, αλλά η λακωνική του αφιέρωση είναι ακόμα στο τετράδιο μου. τότε δεν έβγαζε νόημα, όπως ο ίδιος. τώρα ο ίδιος εξακολουθεί να μη βγάζει νόημα, αλλά τουλάχιστον ο τίτλος άρχισε να αποκτά κάποιο...

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Saint Valentine is On Prozac.

Από πολύ μικρή η μαμά μου, μ' έχει συνηθίσει να γιορτάζω τον Άγιο Βαλεντίνο. Έχουν περάσει 15 χρόνια, και ακόμα να καταλάβω το γιατί. Οι επιδρομές στα μαγαζιά για κεράκια, αρκουδάκια, λουλουδάκια, όλων των ειδών άκια, είναι σύνηθες φαινόμενο στο σπίτι μου. Όλα αυτά θα προοριζόντουσαν για διάφορους συμμαθητές και φίλους, και στο βάθος, τα φωνητικά της μάνας με βαριά ναπολιτάνικη προφορά, να επαναλαμβάνουν "Δε γιορτάζουν μόνο οι ερωτευμένοι, γιορτάζουν όσοι αγαπάμε". Οκ. Το αμέσως επόμενο σχόλιο εκ μέρους μου, θα' τανε " Γιατί μόνο μια φορά, και τί πάει να πει γιορτάζουν όσοι αγαπάμε;" Ναι το ξέρω τί θα πείτε, "μα αυτή η μέρα είναι καθαρά εμπορική, η μέρα των ανθοπωλείων και των καταστηματάρχων, μια μέρα που αν ξεχαστεί χαλάει κάθε χρόνο σχέσεις και σχέσεις μπλαμπλαμπλα". Μέγα λάθος. Παραδεχτείτε πως όσοι το λένε, δεν βασίζονται σε καμμία απολύτως ιδεολογία και κυρίως, δεν έχουν έναν (αγγλιστή) significant other να μοιραστούν την ημέρα. Λιγοστά είναι τα ζευγάρια που θα αποφασίσουν από κοινού να μη γιορτάσουν. Και γιατί άλλωστε να το κάνουν; Ο μοναδικός στόχος ενός νεοσύστατου ζευγαριού (και όχι μόνο) είναι να χαίρεται τον έρωτά του. Γιατί να χάσει άλλη μια ευκαιρία; Και στο κάτω-κάτω αν είσαι τόσο μάγκας, και όντως πιστέυεις στην εμπορικότητα της γιορτής, βρες άλλο δώρο να κάνεις. Χειροποίητο. Ένα ωραίο δείπνο. Ένα ταξίδι στην εξοχή. Ένα γράμμα. Μια υπόσχεση "Αγάπη μου, με αφορμή την ημέρα, σου υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω απο δω και στο εξής να σε βρίζω λιγότερο όταν κάνουμε σεξ" ή "σου υπόσχομαι να φοράω πιο συχνά εκείνα τα kinky εσώρουχα που λατρέυεις και θα λύνω και τους χειροπέδες που και που".

Σαφώς και οι εξυπνάκιδες θα πουν οτι δε φτάνει μόνο μια μέρα. Οτι αυτά πρέπει να γίνονται καθημερινά. Φυσικά, και αυτό είναι το σωστό. Αλλά αυτό που φαίνεται να ξεχνάμε, είναι ότι, ως ανθρώπινα όντα, χρειαζόμαστε ημερομηνίες που να σηματοδοτούν τα ξεκινήματα μας. Κάθε φορά που λέμε "Τη Δευτέρα αρχίζω δίαιτα" ή "Αύριο κόβω το κάπνισμα", πρέπει να χουμε, εκτός απ' την ευνόητη θέληση, και κάτι που να μας προδιαθέτει θετικά να το κάνουμε. Ο Άγιος Βαλεντίνος δε διαφέρει πολύ, απ' οποιαδήποτε άλλη γιορτή. Αν αυτό που επαγγέλονται οι "ιδεολόγοι" ισχύει, και όντως πρέπει να καταπνίξουμε την εμπορικότητα, ας σταματησουμε να κάνουμε δώρα τα Χριστούγεννα και να αγοράζουμε λαμπάδες πάνω σε κουκλόσπιτα το Πάσχα. Κάκιστη ιδέα κατά τη γνώμη μου, γιατί ειδικά σε περιόδους οικονομικής χρήσης, το χρήμα, αν υπάρχει, πρέπει να κυκλοφορεί (και σημειωτέων, ο πατέρας μου δεν είναι πωλητής, άρα τα σχόλια δεν είναι χρησιμοθηρικά).

Άρα ας χαλαρώσουμε με τις ηθικολογίες. Είναι δήθεν, και το 99,9% των περιπτώσεων όσοι τα λένε δε τα πιστεύουν καν. Χαρείτε το όμορφο βράδυ μπροστά σας, όσοι έχετε σύντροφο. Όσοι δεν έχετε, μη τα πρήζετε στους υπόλοιπους και κανονίστε να μην κρεμαστείτε απ' το θερμοσίφωνο σας.  Όλα αυτά από ένα άτομο που δεν πέρασε ούτε έναν, συμπεριλαμβανομένου του φετινού, Άγιο Βαλεντίνο με "παρέα". Αλλά για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά έτσι...;

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Και ήθελα να γίνω συγγραφέας...

Όσοι με ξέρουν, και με ξέρουν καλά, φαντάζονται και περιμένουν μια ανάρτηση πάνω στη μετάφραση σ' αυτό το μπλογκ. Πράγματι, έχω καταντήσει το λιγότερο γραφική, ειδικά όσον αφορά τη λογοτεχνική μετάφραση. Η Αφροδίτη, ο Στράτος και η Λαμπρινή πολύ πιθανόν να' χουν βαρεθεί -αν και δε θα το παραδεχτούν ποτέ- να μ' ακούνε να μιλάω για "τη μαγεία της μετάφρασης και την ικανοποίηση μιας λέξης και μπλαμπλαμπλαμπλαμπλα". Με το που ξεκίνησε το έτος, και πήρα στα χέρια μου το πρώτο μου κείμενο του Καζαντζάκη, μ' ένα θρησκευτικό δέος που επιφυλάσσω μόνο για τα σιντί του Yann Tiersen, δεν ήξερα τί στο καλό να κάνω. " Δηλαδή, το κέρατό μου, ακόμα δε ξεκινήσαμε, μετάφραση Καζαντζάκη;" Πρώτη νύχτα πάνω στο κείμενο, τίποτα. Δεύτερη νύχτα, πάνω στο κείμενο, τίποτα. Τρίτη νύχτα, και εμφανίστηκε αυτό που ονομάζω κρυσταλλωμένη στιγμή. Τη στιγμή εκείνη όπου η απαίσια αυτή λέξη που έψαξες σε όλα τα λεξικά του κόσμου, ξεψάχνισες σε όλα τα παράλληλα κείμενα, προσπάθησες ακόμα και να τη γεννήσεις, έρχεται και κάθεται στο κέντρο του χαρτιού σου. Και εκεί είναι η μαγεία που μόνο λίγοι εκλεκτοί αναγνωρίζουν. Οποιαδήποτε άλλη λέξη μπορεί να κάθεται καλά, ακόμη και πιο σωστά, αλλά η κρυσταλλωμένη στιγμή θα κάνει το κείμενό σου μοναδικό....

Αφού τα είπα όλα αυτά, σκέφτομαι πως αν μ' άκουγε ο καθηγητής μου στη θεωρία της μετάφρασης, θα με πέρναγε σε όλα τα μαθήματα για το υπόλοιπο της φοιτητικής μου σταδιοδρομίας. Ναι, τόσο πορωμένοι είναι οι πραγματικοί μεταφραστές. Πολλές φορές χωρίς να ξέρουν το γιατί. Μετά απο προσεκτική παρακολούθηση, κατέληξα στο συμπέρασμα πως κάτω απ'το δέρμα των περισσότερων μεταφραστών, κρύβεται ένας καταπιεσμένος συγγραφέας. Τους περισσότερους από μας η ζωή δεν προίκισε με ξεχωριστές συγγραφικές ικανότητες, και, ας είμαστε ειλικρινείς, η παρθενογένεση έχει εξαφανιστεί από καιρό... So translators are the next best thing! Μια μανιώδης προσκόλληση σε κάθε λέξη, σε κάθε νόημα, σε μια ύστατη προσπάθεια να υποκριθούμε πως το κείμενο αυτό που έχουμε στα χέρια μας, είναι πρότυπο δημιούργημά μας, εμείς είμαστε αυτοί που σκεφτήκαν τη φοβερή ατάκα, την απίστευτη πλοκή, τη στρωτή σύνταξη, το καθαρό γράψιμο. Ζω με την ελπίδα να απελευθερωθώ από αυτά τα γλυκά δεσμά (γιατί είναι τόσο γλυκά, αν ξέρατε...) και το επόμενο κείμενο που θα αξίζει να μεταφραστεί να' ναι δικό μου...


Αγνάντευες μονάχη τα ερέβη,
γυναίκα εσύ, η αλαργινή και η πλησίον.
Μέσα απ' το βλέμμα σου
ώρες-ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνεια μάτια σου

Pablo Neruda σε μετάφραση Γεώργιου Κεντρωτή

One lost July.

ντύθηκα καλά, η νύχτα θα'ναι κρύα πολύ. οι δρόμοι είναι ακόμα ένα ουράνιο τόξο και μια μελωδία που δεν θα κοιμηθεί απόψε. σαν εμάς. κατηφορίζουμε το βουλεβάρτο, λίγα λόγια και μια στάση για τσιγάρα. δε θα μπορούσε να' ταν πιο όμορφο, δεν είχα βγάλει άχνα τις πρώτες δυο μέρες. όταν δε ξέρεις τί να πεις, δε ξέρεις τί να πεις. πρόσωπα, πολλά όμορφα πρόσωπα. λες κ' έχω φουντάρει, τα συμπτώματα είναι τα ίδια. να' τοι ένας, δύο, τρείς, τέσσερις. ξεκινάμε. "πού πάμε πρώτα;". το ποτάμι είναι πάντα εκεί και μας δέχεται. "έχεις το ανοιχτήρι, αναστάζια;" αταίριαστα ελληνικά να στριμόχνωνται ανάμεσα στις αγγλικές λέξεις, που ρέουν φυσικά, τόσο ανησυχητικά φυσικά. όπως ρέει κ' αυτό το φτηνό κόκκινο κρασί, νόστιμο ακριβώς επειδή είναι φτηνό, νόστιμο ακριβώς επειδή τα πίνουμε παρέα. αν ήμουν στη κέρκυρα, θα την είχα μισήσει τη φάση, μα τω θεώ. ναι, να παίξουμε παντομίμα. ναι, και με τραγούδια. χμμμ, σκέψου, σκέψου αναστάζια, κάτι που να μην είναι ιταλικό, κάτι δύσκολο. ναι, το you can leave your hat on είναι η εύκολη λύση, και το πετυχαίνουν, το πετύχαν με τη πρώτη, είμαι άχρηστη στη παντομίμα, αλλά χαίρομαι, το βρήκαν. που πάμε τώρα, οι ράντομ μεθυσμένοι βουτυρομπεμπέδες δε θα μας αφήσουν σε ησυχία, τί είναι πάλι αυτό; να ένα ανοιχτό σούπερ μάρκετ. ναι, φαντάστηκα, δε πίνουν στους δρόμους. λες και ένα μήνα τώρα μαζευόμαστε σε σπίτια για να πιούμε, χαχα. "να φάμε κάτι, η μπύρα μου φέρνει πείνα" και να'τη η νουτέλλα να απλώνεται στη κρέπα, όπως απλώθηκαν αυτές οι 20 μέρες, πώς πέρασαν τόσο γρήγορα, δε θέλω να φύγω όμως η μέρα κοντεύει, σταμάτα αναστάζια, το κρασί θα φταίει. πέρασε η ώρα, πότε πήγε πέντε; και πάμε πάμε, περνάμε τις σκονισμένες, μικρές βιτρίνες γελάμε, μου φιλάς το μέτωπο και με σφίγγεις, ίσως λίγο παραπάνω απ'οτι περίμενα, και σε σφίγγω και γω, ίσως λίγο παραπάνω απ' ότι περίμενα. και να η φωτισμένη καφετέρια, και γιατι τόσος κόσμος τέτοια ώρα είνα πέντε το πρωί, για όνομα...τους έχω αφήσει να κοιμούνται απλωμένοι στο τραπέζι, μ΄ένα καφέ κρεμ μπροστά στα ζαλισμένα κεφάλια τους, πού να' ναι η τουαλέτα; τί χαζά που είμαστε, λες και μας υποχρέωσε κανεις να μείνουμε ξύπνιοι όλη νύχτα... κατσε να τσεκάρω το κουρασμένο μου πρόσωπο. τι παράξενα που είναι τα μάτια σου. δε σε αναγνωρίζω. μη φύγεις, μη φύγεις τώρα που σε βρήκα! με τρομάζεις, δε μπορώ να σε κοιτάξω κατάματα, αλλά μη φύγεις, είσαι εσύ, είμαι εγώ! με περιμένουν οι άλλοι πάνω, αλλά μη φύγεις!

τι παράξενο που είναι αυτό, ποιός ξέρει αν τα πράγματα θα' ναι διαφορετικά το πρωί. μια κουρασμένη φωνή "παμε να δούμε το ξημέρωμα" και το μόνο που ξέρω είναι οτι τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε και η καφείνη άρχισε να βρίσκει το δρόμο στη ζαλισμένες μας φλέβες. και είμαστε ξανά στην αρχή. και κουλουριαζόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, και είναι βολικό, και είναι ζεστό, και είναι ταιριαστό, και κουλουριαζόμαστε και ο ήλιος που ήρθαμε να δούμε ορθώνεται πάνω απ'τα κατεβασμένα μας βλέφαρα και είμαστε εδώ και αυτό αρκεί.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Incipit

I don't want this to be a diary. Και μαλακίες του είδους "ιστορίες καθημερινής τρέλας" ή "η γωνιά των ονείρων" μου θυμίζουν τη δήθεν Αναστάζια του πρώτου έτους. Yuk.

Δε θα το ξεκινούσα καν αν δεν μ' είχαν παροτρύνει. Σκεφτόμουν ότι αυτό το μεγάλο ντάμπστερ που ονομάζεται διαδίκτυο δε χρειαζόταν και άλλον έναν κομπλεξικό, υπάρχουν ήδη αρκετοί και ζουν ανάμεσά μας. Αλλά λίγο η κούραση του τέλους της εξεταστικής, λίγο το γεγονός ότι έχω ξαφνικά τόση ελευθερία στα χέρια μου που δε ξέρω τί σκατά να τη κάνω, λίγο το γεγονός ότι και γω κάπως πρέπει να θρέψω το εγώ μου απ' τη στιγμή που κανείς δε με βοηθάει, ε... να' μαι κ' εγώ.

Στην πραγματικότητα, δε μπορώ να αποφύγω την τάση προς το ημερολόγιο, αλλά το σύστημα ήθελε έναν τίτλο κ' έπρεπε να γίνει τουλάχιστον μια προσπάθεια προς αποφυγή του "dear diary...", αν μη τι άλλο. Άλλωστε δε θα είχα τίποτα να πω για τη σύντομη πλην βαρετή ζωή μου.

Δε θέλω αμπελοφιλοσοφίες, δε θέλω γράψιμο άλα ξεπεσμένος-τομ-ρόμπινς. Δεν ξέρω καν αν θα ξαναγράψω ποτέ, και κυρίως, αν αξίζει. Δεν νομίζω να το παρατηρήσει κανείς αυτό το μπλογκ, εκτός απ' τα άτομα που με ξέρουν (και πάλι, πόσο υποκειμενικό μπορεί να' ναι...). Αν γουστάρετε να το διαβάσετε καλώς, αν όχι, σώζετε 10 λεπτά απ' τη ζωή σας που μπορείτε να αφιερώσετε σε κάτι χρήσιμο - όπως το να ψάξετε νέα τραγούδια ή να ανακυκλώσετε τα κρασομπούκαλα της περασμένης τσικνοπέμπτης.

Αυτά.