Πέμπτη 25 Φεβρουαρίου 2010

Silence is underrated


Το πανεπιστήμιο.. τι μεγάλο σχολείο ζωής! Όχι τόσο λόγω των γνώσεων που (μπορεί να) μας παρέχει επί του μελλοντικού επαγγέλματος, αλλά και μόνο για τη δωρεάν παρατήρηση που προσφέρει όλης αυτής της ανθρώπινης πανίδας, αξίζει. Οι περισσότεροι φαντάζομαι θα βρίσκουν ενδιαφέρον στην (ευφημιστικά) ονομαζόμενη, "κοινωνική παρατήρηση". Αλλά στο πανεπιστήμιο έχεις να κάνεις με άτομα που είναι αρκετά μεγάλα για να ξέρουν τί θέλουν και αρκετά μικρά για να μη ξέρουν για πόσο ακόμα θα το θέλουν. Σε μπέρδεψα λίγο, ε; Έστω, ο καθένας το αντιλαμβάνεται διαφορετικά...

Πόσα έχω μάθει απ' την πρώτη μέρα! Και, αλίμονο, δε μιλάω, για το πανεπιστήμιο αυτό καθ' αυτό, αλλά για τη στιγμή που βγήκαμε απ' τα σπίτια και πάψαμε να έχουμε τη δυνατότητα να κρυβόμαστε πίσω απ' τα φουστάνια της μαμάς. Βέβαια, τώρα οι τακτικές άμυνας είναι άλλες -γιατί, ας μη ξεχνάμε πως μεγαλώνουμε κιόλας. Υπάρχουν τα άτομα που προτιμάνε να κλειστούν στο σπίτι και να μην αντιμετωπίζουν τον έξω κόσμο, για βδομάααααδες, μέχρι να νιώσουν αρκετά δυνατοί και να "γυρίσουν τον διακόπτη" όπως λέει και ο Στράτος. Υπάρχουν αυτοί που κουτουλάνε όποιον τολμάει να τους αντιμιλήσει και αντιμετωπίζουν αυτό τον έξω κόσμο a muso duro, που λένε και στην πατρίδα μου, με σκληρό μούτρο. Υπάρχει, φευ! και η τελευταία εξέλιξη (ποια είμαι εγώ για να πω κατηγορία), εκείνη των ατόμων που τα κρατάνε, τα κρατάνε, τα κρατάνε, τα μαζεύουν, τα μαζεύουν, τα μαζεύουν και είτε αποφασίζουν να μη μιλήσουν, αν μιλάνε θα' ναι στον/την ατυχή κολλητό/ή που βρίσκεται παραδίπλα, ή αλλιώς, εντέλει είναι πιθανό να βρεθούν στο σπίτι με τα μυαλά σκορπισμένα στο πάτωμα, απ΄τις συσσωρευμένες μαλακίες που άκουσαν και αποθήκευσαν. Ευτυχώς, κινούμαι προς τη τελευταία εξέλιξη. Και ναι, πρόσεχε, λέω ευτυχώς γιατί τελευταία αποδείχτηκε πολύ χρήσιμο, και ας με θεωρείς κομπλεξική ή δειλή, διάλεξε και πάρε, αλλά ευχαρίστησα τον Θεό, τους γονείς μου, και συγκεκριμένους φίλους μου που με μάθανε να κλείνω το στόμα όταν δε με παίρνει. Βέβαια, ο Θεός στη πορεία χάθηκε, οι γονείς με πιέζουν προς τον εκφυλισμό αυτής της τάσης, και οι συγκεκριμένοι φίλοι ξέχασαν τις διδαχές τους και άρχισαν να ανοίγουν το στόμα τους περισσότερο απ' όσο πρέπει ( θα φτάσει η στιγμή που θα το ανοίξω κι εγώ, και θα' ναι μαύρη τρύπα, μα τον Μόρισον).

Η σκατολογία δίνει και παίρνει μέσα και έξω απ' τα πανεπιστήμια, ειδικά μέσα, καθώς προστατεύεται απ' την υποτιθέμενη και μη εξαιρετέα, ελευθερία λόγου. Να τη βράσω την ελευθερία λόγου, όταν οι πρώτοι που μας διδάσκουν τη σκατολογία είναι οι ίδιοι παιδαγωγοί. Το παρόν κείμενο αποτελεί καρπό της πολυετούς αυτής εκπαίδευσης, άρα φίλε σε σώζω απ' το κόπο τώρα, γιατί σήμερα θα μεγαλουργήσω! Το θέμα δεν είναι να μας μάθουν να μιλάμε, αλλά να μας μάθουν να σιωπούμε. Σου φαίνεται φασιστικό; Να με συγχωρεί η δεσποσύνη σας, αλλά δεν είναι καθόλου έτσι! Το βασικότερο ένστικτο της αυτοσυντήρησης μας ωθεί να μιλάμε, γιατί αν δεν εκφέρουμε γνώμη, αν δεν ακουστούμε, αν δεν αφήσουμε ίχνος της παρουσίας μας, δεν "υπάρχουμε". Ή αν το πάρουμε πολύ πιο απλά, το μικρό εγωιστικό ανθρωπάκι μέσα μου θα πει "Έλα Αναστάζια, το ξέρω, το ξέρω ότι θες να καταπλήξεις τους πάντες με την απαστράπτουσα προσωπικότητά σου και τις φοβερές γνώσεις σου, μίλα, μίλα, μίλα" Δεν έχω κανένα απ' τα δύο, αρά το βουλώνω όταν τα καταφέρνω. Και κόπιασα πολύ για να τα καταφέρω, και δεν ξέρω ακόμα αν έχω κατακτήσει αυτή τη μαγική ικανότητα που, αν ήταν διαδεδομένη, θα' κανε τον κόσμο μας πολύ καλύτερο.

Το θέμα είναι ότι όταν ανοίγουμε το στόμα μας χωρίς να σκεφτούμε, τραβάμε κάτω τα άτομα που ασχολήθηκαν, κόπιασαν και φτύσαν αίμα στο αντικείμενο για τ' οποίο εκφέρουμε τη χαριτωμένη μας άποψη. Έχω ακούσει άτομο να μιλάει για Πανελλήνιες, χωρίς να έχει ιδέα για το τί περασαμε. Άτομο σε τυχαία φιλολογία να υπερηφανεύεται για μια ώρα "Ιστορία της Μετάφρασης" που έκανε, και μου ήρθε να εκσφενδονίσω τον τόμο "Θεωρία κ Πράξη της Μετάφρασης" που τρώω στη μάπα καθημερινά, να του έρθει στο κούτελο. Άτομο που πριν λίγο καιρό δεν άγγιζε καν τη σφαίρα της λογοτεχνίας και της "ποιοτικής" μουσικής, να μου μιλάει για επίπεδα, ομάδες και κατηγορίες και να μου απλώνει στα μούτρα το τελευταίο best-seller. Τέλος, γιατί ας μη ξεχνάμε ότι δεν εκφέρουμε απόψεις μόνο για γνωστικά αντικείμενα αλλά και για συναισθηματικές καταστάσεις, έχω βρεθεί στη δυσάρεστη θέση να μου πουν πως "Αυτό που νιώθεις, δεν είναι έρωτας". Και γω, η ηλίθια, δεν απάντησα όταν έπρεπε.

Αυτή η δικτατορία πρέπει να σταματήσει! Πότε πάψαμε να θεωρούμε τη μετριοφροσύνη μπας-κλας αξία, πότε σταματήσαμε να τη καταδεχόμαστε; Δεν είναι αρκετή η παπαρολογία που μας ποτίζει η τηλεόραση; Πρέπει να τη βρίσκουμε και απ' το περιβάλλον μας; Πρέπει να την υποστούμε σε τόσο σοβαρά θέματα; Δε φτάνουν όλα τα υπόλοιπα, ΚΑΙ αυτό;

Εννοείται πως όταν νιώθουμε πως πρέπει να προστατέψουμε τις πνευματικές και συναισθηματικές κατακτήσεις μας, επιβάλλεται η ομιλία. Αλλά αυτό πιστεύω πως το είχες καταλάβει απ' την αρχή Και πάλι, όταν κάποιος είναι σίγουρος για την αξία του, δε τη διατυμπανίζει στους πέντε ανέμους, γιατί θα κληθεί να τη αποδείξει, και τότε θα φανεί η υπεροχή του σε σύγκριση με τον τυχαίο φαφλατά Μόνο σε μια χώρα σαν την Ελλάδα θα μπορούσαν τα λόγια να μετράνε περισσότερο απ' τις πράξεις.

Με μια αξία, σιγά-σιγά, αργά και σταθερά, σαν το σαλιγκάρι, μαθαίνω να πορεύομαι στη ζωή μου: μιλάμε όταν ξέρουμε, όταν ζήσαμε, όταν πρέπει. Και κάποια στιγμή, σαν το σαλιγκάρι, θα βρεθεί κάποιος να πατήσει κι εμένα.







ο διακόπτης είναι του μουστάκα, και η παπαρολογία είναι γέννημα (θρέμμα) της ανθής πάνω σε μια απ'της κρίσεις που περάσαμε κατά τη συγγραφή της τελευταίας εργασίας. αυτό αφιερωμένο --> ο.Ο

Όσο για σένα, ναι, εσένα. Δε ξέρεις πόσο με απογοήτευσες.


Δευτέρα 22 Φεβρουαρίου 2010

Οι εποχές μας προσπερνούν...

Κάθομαι στην απλή και όμορφη κουζίνα, σκηνικό σε τόσα παράξενα πρωινά, πρωινά με νυσταγμένους καφέδες, πρωινά με νυσταγμένους επισκέπτες, πρωινά με νυσταγμένα όνειρα που προσπαθούμε κάθε φορά να ανασύρουμε από κείνες τις σκοτεινές γωνίες της φάσης REM, μπας και κάνουν ελαφρύτερη εκείνη τη πρωινή νυσταγμένη κουβέντα που πιο βαριά δε γίνεται. Κάθομαι στην απλή και όμορφη κουζίνα και έχω το μπλε πακέτο με τα Gauloises μπροστά μου, και δεν είναι ένα βαρή πρωινό, αλλά μια ελαφρία νύχτα, που ακολουθεί μια εξίσου όμορφη αλκυονίδα...

Κάθομαι μ' ένα ζευγάρι καστανά μάτια και καπνίζουμε, καπνίζουμε και αναρωτιόμαστε πώς πέρασε τόσος χρόνος σ΄ αυτό που φάνηκε σαν μια μέρα, αναρωτιόμαστε πότε αυτές οι απλές έννοιες, οι υποτιθέμενες απλές έννοιες (μαλακίες...), γίνανε τόσο μα τόσο περίπλοκες. Πότε το ενδιαφέρον άρχισε να θεωρείται ζήλια. Πότε αρχίσαμε να αναζητάμε πράγματα στα μάτια των άλλων, που δεν θα' πρεπε, δεν πρέπει, δε θα' πρεπε να υπάρχουν. Πότε μεγαλώσαμε, πότε μεγαλώσαμε; Πόσος χρόνος να πέρασε από εκείνη τη βραδιά, που, κοιτάζοντας τον εαυτό μου στο καθρέφτη έλεγα "Πάει, Αναστάζια, αντιλαμβάνεσαι πως βγαίνεις απ' το σπίτι και δε ξαναγυρνάς;" Πόσος χρόνος να πέρασε από κείνες τις γυμνές νύχτες στη παραλία; Πόσος χρόνος να πέρασε από κείνες τις άγρυπνες νύχτες που το μόνο που άφηναν πίσω τους ήταν κομψά γράμματα πάνω σε πορτοκαλί χαρτιά; Πόσος χρόνος θα περάσει μέχρι να δημιουργήσουμε νέες αναμνήσεις και να αφήσουμε επιτέλους το νεκρό δέρμα των περασμένων να χαθεί πίσω μας όταν πετάμε, όπως όταν η πεταλούδα αφήνει εκείνο το κουκούλι...

Χμ... Χαχα, ναι, έχεις δίκιο, μια παρομοίωση με φίδι θα λειτουργούσε καλύτερα σ' αυτό το σημείο. Αλλά δεν είναι καιρός για φίδια. Δεν είναι καιρός για φίδια, γαμώτο! Νιώθω ακόμα την ανάγκη να πιστεύω στους ανθρώπους. Νιώθω ακόμα την ανάγκη να έχω καστανά μάτια στη ζωή μου, πολλά καστανά μάτια, που θα' ρθουν να με συναντήσουν στη μέση του δρόμου, που θα με καθήσουν με το ζόρι να ακούσω καναδέζικη μουσική, που θα με καθήσουν με το ζόρι να δω anime! Ένα συγκεκριμένο ζευγάρι πράσινα μάτια που θα με οδηγήσει στα άκρα -όποια και να' ναι αυτά- δυο ζεγάρια μάτια που είναι μακριά, τόσο μακριά... Και τα δικά σου, τα δικά σου μάτια. Τα πιο γλυκά του κόσμου, τα πιο φευγάτα και πιο συγκεντρωμένα, τα μοναδικά που μπορώ να κοιτάξω χωρίς να χαμηλώσω ούτε μια φορά το βλέμμα.

"Τα ίδια που θέλεις και συ;"
"Ναι, τα ίδια που θέλω και γω."

Όλα αυτά τα θέλω, να με κοιτάνε, να τα κοιτάω, να τα κοιτάς, να τα πονάμε μαζί, να τα χαιρόμαστε παρέα.

"Πάμε;"






ο τίτλος ανήκει στον μους. ο ίδιος μπορεί να μη το θυμάται, αλλά η λακωνική του αφιέρωση είναι ακόμα στο τετράδιο μου. τότε δεν έβγαζε νόημα, όπως ο ίδιος. τώρα ο ίδιος εξακολουθεί να μη βγάζει νόημα, αλλά τουλάχιστον ο τίτλος άρχισε να αποκτά κάποιο...

Κυριακή 14 Φεβρουαρίου 2010

Saint Valentine is On Prozac.

Από πολύ μικρή η μαμά μου, μ' έχει συνηθίσει να γιορτάζω τον Άγιο Βαλεντίνο. Έχουν περάσει 15 χρόνια, και ακόμα να καταλάβω το γιατί. Οι επιδρομές στα μαγαζιά για κεράκια, αρκουδάκια, λουλουδάκια, όλων των ειδών άκια, είναι σύνηθες φαινόμενο στο σπίτι μου. Όλα αυτά θα προοριζόντουσαν για διάφορους συμμαθητές και φίλους, και στο βάθος, τα φωνητικά της μάνας με βαριά ναπολιτάνικη προφορά, να επαναλαμβάνουν "Δε γιορτάζουν μόνο οι ερωτευμένοι, γιορτάζουν όσοι αγαπάμε". Οκ. Το αμέσως επόμενο σχόλιο εκ μέρους μου, θα' τανε " Γιατί μόνο μια φορά, και τί πάει να πει γιορτάζουν όσοι αγαπάμε;" Ναι το ξέρω τί θα πείτε, "μα αυτή η μέρα είναι καθαρά εμπορική, η μέρα των ανθοπωλείων και των καταστηματάρχων, μια μέρα που αν ξεχαστεί χαλάει κάθε χρόνο σχέσεις και σχέσεις μπλαμπλαμπλα". Μέγα λάθος. Παραδεχτείτε πως όσοι το λένε, δεν βασίζονται σε καμμία απολύτως ιδεολογία και κυρίως, δεν έχουν έναν (αγγλιστή) significant other να μοιραστούν την ημέρα. Λιγοστά είναι τα ζευγάρια που θα αποφασίσουν από κοινού να μη γιορτάσουν. Και γιατί άλλωστε να το κάνουν; Ο μοναδικός στόχος ενός νεοσύστατου ζευγαριού (και όχι μόνο) είναι να χαίρεται τον έρωτά του. Γιατί να χάσει άλλη μια ευκαιρία; Και στο κάτω-κάτω αν είσαι τόσο μάγκας, και όντως πιστέυεις στην εμπορικότητα της γιορτής, βρες άλλο δώρο να κάνεις. Χειροποίητο. Ένα ωραίο δείπνο. Ένα ταξίδι στην εξοχή. Ένα γράμμα. Μια υπόσχεση "Αγάπη μου, με αφορμή την ημέρα, σου υπόσχομαι πως θα προσπαθήσω απο δω και στο εξής να σε βρίζω λιγότερο όταν κάνουμε σεξ" ή "σου υπόσχομαι να φοράω πιο συχνά εκείνα τα kinky εσώρουχα που λατρέυεις και θα λύνω και τους χειροπέδες που και που".

Σαφώς και οι εξυπνάκιδες θα πουν οτι δε φτάνει μόνο μια μέρα. Οτι αυτά πρέπει να γίνονται καθημερινά. Φυσικά, και αυτό είναι το σωστό. Αλλά αυτό που φαίνεται να ξεχνάμε, είναι ότι, ως ανθρώπινα όντα, χρειαζόμαστε ημερομηνίες που να σηματοδοτούν τα ξεκινήματα μας. Κάθε φορά που λέμε "Τη Δευτέρα αρχίζω δίαιτα" ή "Αύριο κόβω το κάπνισμα", πρέπει να χουμε, εκτός απ' την ευνόητη θέληση, και κάτι που να μας προδιαθέτει θετικά να το κάνουμε. Ο Άγιος Βαλεντίνος δε διαφέρει πολύ, απ' οποιαδήποτε άλλη γιορτή. Αν αυτό που επαγγέλονται οι "ιδεολόγοι" ισχύει, και όντως πρέπει να καταπνίξουμε την εμπορικότητα, ας σταματησουμε να κάνουμε δώρα τα Χριστούγεννα και να αγοράζουμε λαμπάδες πάνω σε κουκλόσπιτα το Πάσχα. Κάκιστη ιδέα κατά τη γνώμη μου, γιατί ειδικά σε περιόδους οικονομικής χρήσης, το χρήμα, αν υπάρχει, πρέπει να κυκλοφορεί (και σημειωτέων, ο πατέρας μου δεν είναι πωλητής, άρα τα σχόλια δεν είναι χρησιμοθηρικά).

Άρα ας χαλαρώσουμε με τις ηθικολογίες. Είναι δήθεν, και το 99,9% των περιπτώσεων όσοι τα λένε δε τα πιστεύουν καν. Χαρείτε το όμορφο βράδυ μπροστά σας, όσοι έχετε σύντροφο. Όσοι δεν έχετε, μη τα πρήζετε στους υπόλοιπους και κανονίστε να μην κρεμαστείτε απ' το θερμοσίφωνο σας.  Όλα αυτά από ένα άτομο που δεν πέρασε ούτε έναν, συμπεριλαμβανομένου του φετινού, Άγιο Βαλεντίνο με "παρέα". Αλλά για όλα υπάρχει μια πρώτη φορά έτσι...;

Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010

Και ήθελα να γίνω συγγραφέας...

Όσοι με ξέρουν, και με ξέρουν καλά, φαντάζονται και περιμένουν μια ανάρτηση πάνω στη μετάφραση σ' αυτό το μπλογκ. Πράγματι, έχω καταντήσει το λιγότερο γραφική, ειδικά όσον αφορά τη λογοτεχνική μετάφραση. Η Αφροδίτη, ο Στράτος και η Λαμπρινή πολύ πιθανόν να' χουν βαρεθεί -αν και δε θα το παραδεχτούν ποτέ- να μ' ακούνε να μιλάω για "τη μαγεία της μετάφρασης και την ικανοποίηση μιας λέξης και μπλαμπλαμπλαμπλαμπλα". Με το που ξεκίνησε το έτος, και πήρα στα χέρια μου το πρώτο μου κείμενο του Καζαντζάκη, μ' ένα θρησκευτικό δέος που επιφυλάσσω μόνο για τα σιντί του Yann Tiersen, δεν ήξερα τί στο καλό να κάνω. " Δηλαδή, το κέρατό μου, ακόμα δε ξεκινήσαμε, μετάφραση Καζαντζάκη;" Πρώτη νύχτα πάνω στο κείμενο, τίποτα. Δεύτερη νύχτα, πάνω στο κείμενο, τίποτα. Τρίτη νύχτα, και εμφανίστηκε αυτό που ονομάζω κρυσταλλωμένη στιγμή. Τη στιγμή εκείνη όπου η απαίσια αυτή λέξη που έψαξες σε όλα τα λεξικά του κόσμου, ξεψάχνισες σε όλα τα παράλληλα κείμενα, προσπάθησες ακόμα και να τη γεννήσεις, έρχεται και κάθεται στο κέντρο του χαρτιού σου. Και εκεί είναι η μαγεία που μόνο λίγοι εκλεκτοί αναγνωρίζουν. Οποιαδήποτε άλλη λέξη μπορεί να κάθεται καλά, ακόμη και πιο σωστά, αλλά η κρυσταλλωμένη στιγμή θα κάνει το κείμενό σου μοναδικό....

Αφού τα είπα όλα αυτά, σκέφτομαι πως αν μ' άκουγε ο καθηγητής μου στη θεωρία της μετάφρασης, θα με πέρναγε σε όλα τα μαθήματα για το υπόλοιπο της φοιτητικής μου σταδιοδρομίας. Ναι, τόσο πορωμένοι είναι οι πραγματικοί μεταφραστές. Πολλές φορές χωρίς να ξέρουν το γιατί. Μετά απο προσεκτική παρακολούθηση, κατέληξα στο συμπέρασμα πως κάτω απ'το δέρμα των περισσότερων μεταφραστών, κρύβεται ένας καταπιεσμένος συγγραφέας. Τους περισσότερους από μας η ζωή δεν προίκισε με ξεχωριστές συγγραφικές ικανότητες, και, ας είμαστε ειλικρινείς, η παρθενογένεση έχει εξαφανιστεί από καιρό... So translators are the next best thing! Μια μανιώδης προσκόλληση σε κάθε λέξη, σε κάθε νόημα, σε μια ύστατη προσπάθεια να υποκριθούμε πως το κείμενο αυτό που έχουμε στα χέρια μας, είναι πρότυπο δημιούργημά μας, εμείς είμαστε αυτοί που σκεφτήκαν τη φοβερή ατάκα, την απίστευτη πλοκή, τη στρωτή σύνταξη, το καθαρό γράψιμο. Ζω με την ελπίδα να απελευθερωθώ από αυτά τα γλυκά δεσμά (γιατί είναι τόσο γλυκά, αν ξέρατε...) και το επόμενο κείμενο που θα αξίζει να μεταφραστεί να' ναι δικό μου...


Αγνάντευες μονάχη τα ερέβη,
γυναίκα εσύ, η αλαργινή και η πλησίον.
Μέσα απ' το βλέμμα σου
ώρες-ώρες αναδύεται ο μακρύς γιαλός του τρόμου

Σκύβω εκεί κάθε βράδυ
και μαζεύω τα παραπονεμένα δίχτυα μου
από τη θάλασσα εκείνη
που κλυδωνίζει τα ωκεάνεια μάτια σου

Pablo Neruda σε μετάφραση Γεώργιου Κεντρωτή

One lost July.

ντύθηκα καλά, η νύχτα θα'ναι κρύα πολύ. οι δρόμοι είναι ακόμα ένα ουράνιο τόξο και μια μελωδία που δεν θα κοιμηθεί απόψε. σαν εμάς. κατηφορίζουμε το βουλεβάρτο, λίγα λόγια και μια στάση για τσιγάρα. δε θα μπορούσε να' ταν πιο όμορφο, δεν είχα βγάλει άχνα τις πρώτες δυο μέρες. όταν δε ξέρεις τί να πεις, δε ξέρεις τί να πεις. πρόσωπα, πολλά όμορφα πρόσωπα. λες κ' έχω φουντάρει, τα συμπτώματα είναι τα ίδια. να' τοι ένας, δύο, τρείς, τέσσερις. ξεκινάμε. "πού πάμε πρώτα;". το ποτάμι είναι πάντα εκεί και μας δέχεται. "έχεις το ανοιχτήρι, αναστάζια;" αταίριαστα ελληνικά να στριμόχνωνται ανάμεσα στις αγγλικές λέξεις, που ρέουν φυσικά, τόσο ανησυχητικά φυσικά. όπως ρέει κ' αυτό το φτηνό κόκκινο κρασί, νόστιμο ακριβώς επειδή είναι φτηνό, νόστιμο ακριβώς επειδή τα πίνουμε παρέα. αν ήμουν στη κέρκυρα, θα την είχα μισήσει τη φάση, μα τω θεώ. ναι, να παίξουμε παντομίμα. ναι, και με τραγούδια. χμμμ, σκέψου, σκέψου αναστάζια, κάτι που να μην είναι ιταλικό, κάτι δύσκολο. ναι, το you can leave your hat on είναι η εύκολη λύση, και το πετυχαίνουν, το πετύχαν με τη πρώτη, είμαι άχρηστη στη παντομίμα, αλλά χαίρομαι, το βρήκαν. που πάμε τώρα, οι ράντομ μεθυσμένοι βουτυρομπεμπέδες δε θα μας αφήσουν σε ησυχία, τί είναι πάλι αυτό; να ένα ανοιχτό σούπερ μάρκετ. ναι, φαντάστηκα, δε πίνουν στους δρόμους. λες και ένα μήνα τώρα μαζευόμαστε σε σπίτια για να πιούμε, χαχα. "να φάμε κάτι, η μπύρα μου φέρνει πείνα" και να'τη η νουτέλλα να απλώνεται στη κρέπα, όπως απλώθηκαν αυτές οι 20 μέρες, πώς πέρασαν τόσο γρήγορα, δε θέλω να φύγω όμως η μέρα κοντεύει, σταμάτα αναστάζια, το κρασί θα φταίει. πέρασε η ώρα, πότε πήγε πέντε; και πάμε πάμε, περνάμε τις σκονισμένες, μικρές βιτρίνες γελάμε, μου φιλάς το μέτωπο και με σφίγγεις, ίσως λίγο παραπάνω απ'οτι περίμενα, και σε σφίγγω και γω, ίσως λίγο παραπάνω απ' ότι περίμενα. και να η φωτισμένη καφετέρια, και γιατι τόσος κόσμος τέτοια ώρα είνα πέντε το πρωί, για όνομα...τους έχω αφήσει να κοιμούνται απλωμένοι στο τραπέζι, μ΄ένα καφέ κρεμ μπροστά στα ζαλισμένα κεφάλια τους, πού να' ναι η τουαλέτα; τί χαζά που είμαστε, λες και μας υποχρέωσε κανεις να μείνουμε ξύπνιοι όλη νύχτα... κατσε να τσεκάρω το κουρασμένο μου πρόσωπο. τι παράξενα που είναι τα μάτια σου. δε σε αναγνωρίζω. μη φύγεις, μη φύγεις τώρα που σε βρήκα! με τρομάζεις, δε μπορώ να σε κοιτάξω κατάματα, αλλά μη φύγεις, είσαι εσύ, είμαι εγώ! με περιμένουν οι άλλοι πάνω, αλλά μη φύγεις!

τι παράξενο που είναι αυτό, ποιός ξέρει αν τα πράγματα θα' ναι διαφορετικά το πρωί. μια κουρασμένη φωνή "παμε να δούμε το ξημέρωμα" και το μόνο που ξέρω είναι οτι τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε και η καφείνη άρχισε να βρίσκει το δρόμο στη ζαλισμένες μας φλέβες. και είμαστε ξανά στην αρχή. και κουλουριαζόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, και είναι βολικό, και είναι ζεστό, και είναι ταιριαστό, και κουλουριαζόμαστε και ο ήλιος που ήρθαμε να δούμε ορθώνεται πάνω απ'τα κατεβασμένα μας βλέφαρα και είμαστε εδώ και αυτό αρκεί.

Τρίτη 9 Φεβρουαρίου 2010

Incipit

I don't want this to be a diary. Και μαλακίες του είδους "ιστορίες καθημερινής τρέλας" ή "η γωνιά των ονείρων" μου θυμίζουν τη δήθεν Αναστάζια του πρώτου έτους. Yuk.

Δε θα το ξεκινούσα καν αν δεν μ' είχαν παροτρύνει. Σκεφτόμουν ότι αυτό το μεγάλο ντάμπστερ που ονομάζεται διαδίκτυο δε χρειαζόταν και άλλον έναν κομπλεξικό, υπάρχουν ήδη αρκετοί και ζουν ανάμεσά μας. Αλλά λίγο η κούραση του τέλους της εξεταστικής, λίγο το γεγονός ότι έχω ξαφνικά τόση ελευθερία στα χέρια μου που δε ξέρω τί σκατά να τη κάνω, λίγο το γεγονός ότι και γω κάπως πρέπει να θρέψω το εγώ μου απ' τη στιγμή που κανείς δε με βοηθάει, ε... να' μαι κ' εγώ.

Στην πραγματικότητα, δε μπορώ να αποφύγω την τάση προς το ημερολόγιο, αλλά το σύστημα ήθελε έναν τίτλο κ' έπρεπε να γίνει τουλάχιστον μια προσπάθεια προς αποφυγή του "dear diary...", αν μη τι άλλο. Άλλωστε δε θα είχα τίποτα να πω για τη σύντομη πλην βαρετή ζωή μου.

Δε θέλω αμπελοφιλοσοφίες, δε θέλω γράψιμο άλα ξεπεσμένος-τομ-ρόμπινς. Δεν ξέρω καν αν θα ξαναγράψω ποτέ, και κυρίως, αν αξίζει. Δεν νομίζω να το παρατηρήσει κανείς αυτό το μπλογκ, εκτός απ' τα άτομα που με ξέρουν (και πάλι, πόσο υποκειμενικό μπορεί να' ναι...). Αν γουστάρετε να το διαβάσετε καλώς, αν όχι, σώζετε 10 λεπτά απ' τη ζωή σας που μπορείτε να αφιερώσετε σε κάτι χρήσιμο - όπως το να ψάξετε νέα τραγούδια ή να ανακυκλώσετε τα κρασομπούκαλα της περασμένης τσικνοπέμπτης.

Αυτά.