ντύθηκα καλά, η νύχτα θα'ναι κρύα πολύ. οι δρόμοι είναι ακόμα ένα ουράνιο τόξο και μια μελωδία που δεν θα κοιμηθεί απόψε. σαν εμάς. κατηφορίζουμε το βουλεβάρτο, λίγα λόγια και μια στάση για τσιγάρα. δε θα μπορούσε να' ταν πιο όμορφο, δεν είχα βγάλει άχνα τις πρώτες δυο μέρες. όταν δε ξέρεις τί να πεις, δε ξέρεις τί να πεις. πρόσωπα, πολλά όμορφα πρόσωπα. λες κ' έχω φουντάρει, τα συμπτώματα είναι τα ίδια. να' τοι ένας, δύο, τρείς, τέσσερις. ξεκινάμε. "πού πάμε πρώτα;". το ποτάμι είναι πάντα εκεί και μας δέχεται. "έχεις το ανοιχτήρι, αναστάζια;" αταίριαστα ελληνικά να στριμόχνωνται ανάμεσα στις αγγλικές λέξεις, που ρέουν φυσικά, τόσο ανησυχητικά φυσικά. όπως ρέει κ' αυτό το φτηνό κόκκινο κρασί, νόστιμο ακριβώς επειδή είναι φτηνό, νόστιμο ακριβώς επειδή τα πίνουμε παρέα. αν ήμουν στη κέρκυρα, θα την είχα μισήσει τη φάση, μα τω θεώ. ναι, να παίξουμε παντομίμα. ναι, και με τραγούδια. χμμμ, σκέψου, σκέψου αναστάζια, κάτι που να μην είναι ιταλικό, κάτι δύσκολο. ναι, το you can leave your hat on είναι η εύκολη λύση, και το πετυχαίνουν, το πετύχαν με τη πρώτη, είμαι άχρηστη στη παντομίμα, αλλά χαίρομαι, το βρήκαν. που πάμε τώρα, οι ράντομ μεθυσμένοι βουτυρομπεμπέδες δε θα μας αφήσουν σε ησυχία, τί είναι πάλι αυτό; να ένα ανοιχτό σούπερ μάρκετ. ναι, φαντάστηκα, δε πίνουν στους δρόμους. λες και ένα μήνα τώρα μαζευόμαστε σε σπίτια για να πιούμε, χαχα. "να φάμε κάτι, η μπύρα μου φέρνει πείνα" και να'τη η νουτέλλα να απλώνεται στη κρέπα, όπως απλώθηκαν αυτές οι 20 μέρες, πώς πέρασαν τόσο γρήγορα, δε θέλω να φύγω όμως η μέρα κοντεύει, σταμάτα αναστάζια, το κρασί θα φταίει. πέρασε η ώρα, πότε πήγε πέντε; και πάμε πάμε, περνάμε τις σκονισμένες, μικρές βιτρίνες γελάμε, μου φιλάς το μέτωπο και με σφίγγεις, ίσως λίγο παραπάνω απ'οτι περίμενα, και σε σφίγγω και γω, ίσως λίγο παραπάνω απ' ότι περίμενα. και να η φωτισμένη καφετέρια, και γιατι τόσος κόσμος τέτοια ώρα είνα πέντε το πρωί, για όνομα...τους έχω αφήσει να κοιμούνται απλωμένοι στο τραπέζι, μ΄ένα καφέ κρεμ μπροστά στα ζαλισμένα κεφάλια τους, πού να' ναι η τουαλέτα; τί χαζά που είμαστε, λες και μας υποχρέωσε κανεις να μείνουμε ξύπνιοι όλη νύχτα... κατσε να τσεκάρω το κουρασμένο μου πρόσωπο. τι παράξενα που είναι τα μάτια σου. δε σε αναγνωρίζω. μη φύγεις, μη φύγεις τώρα που σε βρήκα! με τρομάζεις, δε μπορώ να σε κοιτάξω κατάματα, αλλά μη φύγεις, είσαι εσύ, είμαι εγώ! με περιμένουν οι άλλοι πάνω, αλλά μη φύγεις!
τι παράξενο που είναι αυτό, ποιός ξέρει αν τα πράγματα θα' ναι διαφορετικά το πρωί. μια κουρασμένη φωνή "παμε να δούμε το ξημέρωμα" και το μόνο που ξέρω είναι οτι τρέχουμε, τρέχουμε, τρέχουμε και η καφείνη άρχισε να βρίσκει το δρόμο στη ζαλισμένες μας φλέβες. και είμαστε ξανά στην αρχή. και κουλουριαζόμαστε ο ένας πάνω στον άλλον, και είναι βολικό, και είναι ζεστό, και είναι ταιριαστό, και κουλουριαζόμαστε και ο ήλιος που ήρθαμε να δούμε ορθώνεται πάνω απ'τα κατεβασμένα μας βλέφαρα και είμαστε εδώ και αυτό αρκεί.
Πέμπτη 11 Φεβρουαρίου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου