Είναι ψηλή, καστανομάλλα, και όμορφη. Είναι όμορφη πολύ, μ' έναν τόσο διαφορετικό τρόπο. Θα' λεγες βγαλμένη από κάποια ετρουσκική ζωγραφιά ή μια παλιά τούρκικη φωτογραφία. Πόσες λέξεις μέχρι ν' αναφέρω την Τουρκία; Σύντομα έγινε, αλλά δε μπορούσα αλλιώς.
Είναι όμορφη πολύ, και ήρεμη. Τόσο ήρεμη. Τα μάτια της λαμποκοπούν για τον εκπαιδευμένο παρατηρητή. Τα μάτια της λαμποκοπούν εκεί που λιγότερο το περιμένεις. Το συμβάν δεν είναι σπάνιο, αλλά πρέπει να προσέξεις για να το δεις,να' σαι σε ετοιμότητα. Να το θέλεις. Άλλωστε... πόσοι αφιερώνουν έστω και λίγο χρόνο για να κοιτάξουν τον άνθρωπο στα μάτια; Γενικά μιλάω. Γενικά μιλάω, αλλά ειδικά, είναι όμορφη.
Και δεν είναι όμορφη με τον συμβατικό τρόπο. Να τα βράσω τα συμβατικά κυρά μου! Δεν είμαστε γι' αυτά, φτιαχτήκαμε για μεγαλεία εμείς! Σ' έναν κόσμο όπου η διαφορετικότητα βυθίζεται όλο και περισσότερο στη μαζοποίηση, αυτή είναι ξεχωριστή. Πρώτα-πρώτα, έχεις δει ποτέ αυλικιά; Παίζει να' ναι απ' τις τελευταίες μετενσαρκώσεις, μα τον Ερρίκο τον Έκτο! Οι ήρεμες κινήσεις της, τα μετρημένα λόγια, μάτια, μύτη, αυτιά που περιμένουν να απορροφήσουν το παραμικρό πετούμενο πέταλο γνώσης.
Και όπως μια κυρία επί των τιμών... αχ, αχ έχει μια σπιρτάδα, μια χαριτωμένη πονηριά που ξεπετάγεται εκεί που πραγματικά δε το περιμένεις. Εκτός τόπου και χρόνου, όπως η και αυτή όταν ερωτεύεται. Εκεί είναι που ο αέρας της κοπάζει, και όπως κάθε σωστό ερωτευμένο άτομο αποκτά μελανιές. Όχι, κάτσε, δε το πήγαινα για μεταφορά, οι μελανιές του έρωτα και μπλαμπλαμπλα. Κυριολεκτικά μιλάω. Όταν δεν ξέρεις που πατάς και που βρίσκεσαι, μιας και το γαμημένο μυαλό που πριν πέντε λεπτά, να!, ήταν στη θέση του τώρα πετάει πάνω απ' το κεφάλι, ε, πάντα και κάποιο έπιπλο θα βρεθεί να σ' αγκαλιάσει. Αλλά ας σοβαρευτώ επιτέλους. Προσπαθώ να σε κάνω να την ερωτευτείς.
Είναι σεβαστά ταξιδευμένη για το νεαρό της ηλικίας της. Πρόσεξε, μπορεί να σε βάλει στη θέση σου με μια απλή κουβέντα. Και τα μάτια της φτάνουν, αλλά με τις λέξεις μεγαλουργεί. Η τρυφερότητα θα της βγει αργότερα, και καλά κάνει. Μέτρο. Στον έρωτα κανείς δεν έχει, ας το βρούμε στα υπόλοιπα τουλάχιστον.
Είναι όμορφη και δε θα πω ότι είναι έξυπνη. Γιατί το μεγαλύτερο κλισέ του κόσμου εδώ ταιριάζει γάντι. Ότι δηλαδή η ομορφιά συμπεριλαμβάνει όλα τα στοιχεία του ανθρώπου. Καρδιά, μυαλό, ψυχή τε και σώματι. Τα συμπεράσματα σε σένα τ'αφήνω. Πρόσεξε, μόνο αυτό σου λέω. Πρέπει να' σαι ταξιδιάρικη και περιπετειώδης ψυχή. Γιατί ποτέ δε ξέρεις τί θ' ανακαλύψεις μέσα της. Πέρασε καιρός και ακόμα εκπλήσσομαι.
Τρίτη 11 Μαΐου 2010
Δευτέρα 10 Μαΐου 2010
AllthelonelypeoplePt.1 ~~ She swears I'm a slave to the details
Βάζω τη συναυλία των Doors στο Άμστερνταμ, ανάβω τσιγάρο και ξεκινάω να σου λέω. Μη μιλήσεις.
Γιατί οι Doors; ... Έλα, το ξέρεις. Αφού ξέρεις πόσο μου αρέσουν. Ναι, ναι σαφώς, υπάρχουν και καλύτερα, τόσο καλύτερα, πάντα μου το λες, ακόμα και αν δεν μου έχεις πει ποτέ ξεκάθαρα "Σταμάτα ν' ακούς βλακείες" μ' εκείνο τον οικεία απότομο τρόπο. Όπως έκανες στην αρχή.
Απ' το γυμνάσιο; Α ναι, το γυμνάσιο σαφώς. Δεν θυμάμαι τίποτα. Λάθος, δε χρειάζεται να θυμηθώ τίποτα. Μια-δυο σκηνές έχω κρατήσει όλες κι όλες, και τις ανασύρω που και που για να' χουμε κάτι να πούμε με άτομα που έχω χάσει, να γελάσουμε, ξέρεις τώρα. Οι μηχανισμοί κοινωνικής άνεσης είναι τακτοποιημένοι, καλογυαλισμένοι, έτοιμοι για δράση. Πάντα λειτουργούσαν καλύτερα απ'τους δικούς σου, έλα τώρα, παραδέξου το! [...] Ναι, δε μπορώ να πω, με κάνεις περήφανη, έχεις βελτιωθεί τόσο πολύ. Αλλά ναι, τέλος πάντων...
[..] Ναι, γνωριζόμαστε απ' το γυμνάσιο, αλλά ξέρεις πότε συνειδητοποίησα πως είσαι απ' τα άτομα που θέλω να' χω στη ζωή μου; Ήταν το σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη. Εκείνο το σαββατοκύριακο. Δε ξέρω τι ήταν, το γεγονός ότι έκανα κάτι διαφορετικό, ένιωθα λίγο πιο ελεύθερη, ένιωθα βασικά χαρούμενη που είχα τους φίλους μου. Και βασικά, ένα δίποδο, κινούμενο συναίσθημα ήμουν το σαββατοκύριακο εκείνο, αλλά δεν είναι της παρούσης. Τα θυμάσαι άλλωστε.
Σε παρατηρούσα πολλή ώρα. Τώρα θα μου πεις, οι σκιαγραφήσεις δεν είναι το φόρτε μου, και δεν ξέρω καν αν αντιλήφθηκες πως σε παρατηρούσα, λες οτι δε καταλάβαινες και πολλά τότε, αυτό υποστηρίζεις, άμα θέλω το πιστεύω, δεν είσαι χαζός. Ένα ζευγάρι μάτια έβλεπα εγώ, γιατί δεν ήθελα να κοιτάξω τίποτε άλλο παρά μόνο τα μάτια και τα χέρια σου. Πάντα κοιτάζω τα χέρια στους ανθρώπους δε ξέρω γιατί, όχι ρε, όχι δεν είναι φετίχ. Είχαμε κατεβάσει δύο ναργιλέδες, απλωμένοι στα μαξιλάρια, ένα με τα μαξιλάρια που φιλοξενούσαν την γλυκιά νταγλαριασμένη ηρεμία την όμορφη εκείνη πρωτομαγιά και εγώ, πόσο τρακ μπορεί να' νιωθα εκείνο το απόγευμα, ένας θεός ξέρει. Προσπαθούσαμε να κάνουμε ήρεμες, δήθεν βαθιές κουβέντες, αναρωτιέμαι αν ξέραμε τι λέγαμε ή αν απλώς πετούσαμε τη πρώτη μαλακία που μας ερχόταν στο κεφάλι. Ας είναι. Αργότερα, το βράδυ μέσα σ' εκείνο το ενοχλητικό αμάξι, ένα αδιάκριτο πρόσωπο (όλα είναι ομίχλη, όλα είναι ομίχλη, θυμάμαι μόνο αισθήματα και ξεχνάω τα πρόσωπα) μας κουβαλούσε στην εθνική για να καταλήξουμε σ' εκείνο το ξέφωτο. Τρόμαξα κάποια στιγμή, λίγο η πορεία προς το άγνωστο, λίγο η δυνατή μουσική και σου' σφηξα το χέρι, θυμάσαι; Με κοίταξες απορημένος αλλά το' σφηξες, το κράτησες σαν να με καθησύχαζες. Το ξέρω, χαμογελαώ.
... Ο παλιός μου εαυτός θα' σου λεγε οτι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως βρήκε κάποιον στον οποίο μπορεί να στηριχτεί. Η νέα albeit όχι και τόσο σοφότερη εγώ θα σου πει πως τότε είχα δίκιο αλλά δε το' ξερα ακόμα. Μοναχά ήλπιζα. Τώρα αρχίζω να το αντιλαμβάνομαι, αργά, τόσο αργά και τόσο, μα τόσο σταθερά. Κάθε βήμα που κάνουμε μαζί είναι κάτι σίγουρο, ασφαλές, όχι ατσούμπαλο όπως το πρώτο καιρό που βουτούσα στα συναισθήματα και προσπαθούσα -εις μάτην- να σε παρασύρω. Έτσι δεν είναι; Ξέρω, ξέρω, δεν είναι ο τύπος σου... ίσως και να' ναι, ακόμα να σε μάθω. Βλέπω μόνο το δέρμα των ιδεών.
[...] Νιώθω λίγο άσχημα που ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω τι ήθελες να πεις στο ποίημα. Αλλά ποιος ξέρει. Έχουμε τόσα πρωινά να περάσουμε παρέα και ένα μαύρο τετράδιο που πρέπει να γεμίσει. Μπορεί να καταλάβω... κάποια στιγμή.
Σε κούρασα;
Γιατί οι Doors; ... Έλα, το ξέρεις. Αφού ξέρεις πόσο μου αρέσουν. Ναι, ναι σαφώς, υπάρχουν και καλύτερα, τόσο καλύτερα, πάντα μου το λες, ακόμα και αν δεν μου έχεις πει ποτέ ξεκάθαρα "Σταμάτα ν' ακούς βλακείες" μ' εκείνο τον οικεία απότομο τρόπο. Όπως έκανες στην αρχή.
Απ' το γυμνάσιο; Α ναι, το γυμνάσιο σαφώς. Δεν θυμάμαι τίποτα. Λάθος, δε χρειάζεται να θυμηθώ τίποτα. Μια-δυο σκηνές έχω κρατήσει όλες κι όλες, και τις ανασύρω που και που για να' χουμε κάτι να πούμε με άτομα που έχω χάσει, να γελάσουμε, ξέρεις τώρα. Οι μηχανισμοί κοινωνικής άνεσης είναι τακτοποιημένοι, καλογυαλισμένοι, έτοιμοι για δράση. Πάντα λειτουργούσαν καλύτερα απ'τους δικούς σου, έλα τώρα, παραδέξου το! [...] Ναι, δε μπορώ να πω, με κάνεις περήφανη, έχεις βελτιωθεί τόσο πολύ. Αλλά ναι, τέλος πάντων...
[..] Ναι, γνωριζόμαστε απ' το γυμνάσιο, αλλά ξέρεις πότε συνειδητοποίησα πως είσαι απ' τα άτομα που θέλω να' χω στη ζωή μου; Ήταν το σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη. Εκείνο το σαββατοκύριακο. Δε ξέρω τι ήταν, το γεγονός ότι έκανα κάτι διαφορετικό, ένιωθα λίγο πιο ελεύθερη, ένιωθα βασικά χαρούμενη που είχα τους φίλους μου. Και βασικά, ένα δίποδο, κινούμενο συναίσθημα ήμουν το σαββατοκύριακο εκείνο, αλλά δεν είναι της παρούσης. Τα θυμάσαι άλλωστε.
Σε παρατηρούσα πολλή ώρα. Τώρα θα μου πεις, οι σκιαγραφήσεις δεν είναι το φόρτε μου, και δεν ξέρω καν αν αντιλήφθηκες πως σε παρατηρούσα, λες οτι δε καταλάβαινες και πολλά τότε, αυτό υποστηρίζεις, άμα θέλω το πιστεύω, δεν είσαι χαζός. Ένα ζευγάρι μάτια έβλεπα εγώ, γιατί δεν ήθελα να κοιτάξω τίποτε άλλο παρά μόνο τα μάτια και τα χέρια σου. Πάντα κοιτάζω τα χέρια στους ανθρώπους δε ξέρω γιατί, όχι ρε, όχι δεν είναι φετίχ. Είχαμε κατεβάσει δύο ναργιλέδες, απλωμένοι στα μαξιλάρια, ένα με τα μαξιλάρια που φιλοξενούσαν την γλυκιά νταγλαριασμένη ηρεμία την όμορφη εκείνη πρωτομαγιά και εγώ, πόσο τρακ μπορεί να' νιωθα εκείνο το απόγευμα, ένας θεός ξέρει. Προσπαθούσαμε να κάνουμε ήρεμες, δήθεν βαθιές κουβέντες, αναρωτιέμαι αν ξέραμε τι λέγαμε ή αν απλώς πετούσαμε τη πρώτη μαλακία που μας ερχόταν στο κεφάλι. Ας είναι. Αργότερα, το βράδυ μέσα σ' εκείνο το ενοχλητικό αμάξι, ένα αδιάκριτο πρόσωπο (όλα είναι ομίχλη, όλα είναι ομίχλη, θυμάμαι μόνο αισθήματα και ξεχνάω τα πρόσωπα) μας κουβαλούσε στην εθνική για να καταλήξουμε σ' εκείνο το ξέφωτο. Τρόμαξα κάποια στιγμή, λίγο η πορεία προς το άγνωστο, λίγο η δυνατή μουσική και σου' σφηξα το χέρι, θυμάσαι; Με κοίταξες απορημένος αλλά το' σφηξες, το κράτησες σαν να με καθησύχαζες. Το ξέρω, χαμογελαώ.
... Ο παλιός μου εαυτός θα' σου λεγε οτι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως βρήκε κάποιον στον οποίο μπορεί να στηριχτεί. Η νέα albeit όχι και τόσο σοφότερη εγώ θα σου πει πως τότε είχα δίκιο αλλά δε το' ξερα ακόμα. Μοναχά ήλπιζα. Τώρα αρχίζω να το αντιλαμβάνομαι, αργά, τόσο αργά και τόσο, μα τόσο σταθερά. Κάθε βήμα που κάνουμε μαζί είναι κάτι σίγουρο, ασφαλές, όχι ατσούμπαλο όπως το πρώτο καιρό που βουτούσα στα συναισθήματα και προσπαθούσα -εις μάτην- να σε παρασύρω. Έτσι δεν είναι; Ξέρω, ξέρω, δεν είναι ο τύπος σου... ίσως και να' ναι, ακόμα να σε μάθω. Βλέπω μόνο το δέρμα των ιδεών.
[...] Νιώθω λίγο άσχημα που ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω τι ήθελες να πεις στο ποίημα. Αλλά ποιος ξέρει. Έχουμε τόσα πρωινά να περάσουμε παρέα και ένα μαύρο τετράδιο που πρέπει να γεμίσει. Μπορεί να καταλάβω... κάποια στιγμή.
Σε κούρασα;
Παρασκευή 7 Μαΐου 2010
Συμβουλές προς wannabe θηλυκές ιντερρέιλερς
Η ώρα 11 και 10 το βράδυ. Δε μπόρεσα να κρατηθώ...
-Δε φοβήθηκα εξετάσεις. Δε φοβήθηκα ερωτικές εξομολογήσεις. Μα, με το ταξίδι θ' ανησυχήσω; Δε μου λες ρε Αφροδίτη... έχεις την ίδια άποψη με τους γονείς μου;
-Κοίταξε να δεις Αναστάζια... Ξέρω πως δε θα πάρεις δυνατά ναρκωτικά... Ξέρω πως δε θα κάνεις σεξ με αγνώστους χωρίς προφυλακτικό. Είσαι υπεύθυνη κοπέλα. Α και πριν φύγεις, αποτρίχωση με κερί εννοείται!
-[απροσδιόριστος ήχος καρέκλας που πέφτει και πνιχτού γέλιου]
The most wasted of all days is one without laughter. ~e.e. cummings
-Δε φοβήθηκα εξετάσεις. Δε φοβήθηκα ερωτικές εξομολογήσεις. Μα, με το ταξίδι θ' ανησυχήσω; Δε μου λες ρε Αφροδίτη... έχεις την ίδια άποψη με τους γονείς μου;
-Κοίταξε να δεις Αναστάζια... Ξέρω πως δε θα πάρεις δυνατά ναρκωτικά... Ξέρω πως δε θα κάνεις σεξ με αγνώστους χωρίς προφυλακτικό. Είσαι υπεύθυνη κοπέλα. Α και πριν φύγεις, αποτρίχωση με κερί εννοείται!
-[απροσδιόριστος ήχος καρέκλας που πέφτει και πνιχτού γέλιου]
The most wasted of all days is one without laughter. ~e.e. cummings
Εγγραφή σε:
Αναρτήσεις (Atom)
