Βάζω τη συναυλία των Doors στο Άμστερνταμ, ανάβω τσιγάρο και ξεκινάω να σου λέω. Μη μιλήσεις.
Γιατί οι Doors; ... Έλα, το ξέρεις. Αφού ξέρεις πόσο μου αρέσουν. Ναι, ναι σαφώς, υπάρχουν και καλύτερα, τόσο καλύτερα, πάντα μου το λες, ακόμα και αν δεν μου έχεις πει ποτέ ξεκάθαρα "Σταμάτα ν' ακούς βλακείες" μ' εκείνο τον οικεία απότομο τρόπο. Όπως έκανες στην αρχή.
Απ' το γυμνάσιο; Α ναι, το γυμνάσιο σαφώς. Δεν θυμάμαι τίποτα. Λάθος, δε χρειάζεται να θυμηθώ τίποτα. Μια-δυο σκηνές έχω κρατήσει όλες κι όλες, και τις ανασύρω που και που για να' χουμε κάτι να πούμε με άτομα που έχω χάσει, να γελάσουμε, ξέρεις τώρα. Οι μηχανισμοί κοινωνικής άνεσης είναι τακτοποιημένοι, καλογυαλισμένοι, έτοιμοι για δράση. Πάντα λειτουργούσαν καλύτερα απ'τους δικούς σου, έλα τώρα, παραδέξου το! [...] Ναι, δε μπορώ να πω, με κάνεις περήφανη, έχεις βελτιωθεί τόσο πολύ. Αλλά ναι, τέλος πάντων...
[..] Ναι, γνωριζόμαστε απ' το γυμνάσιο, αλλά ξέρεις πότε συνειδητοποίησα πως είσαι απ' τα άτομα που θέλω να' χω στη ζωή μου; Ήταν το σαββατοκύριακο στη Θεσσαλονίκη. Εκείνο το σαββατοκύριακο. Δε ξέρω τι ήταν, το γεγονός ότι έκανα κάτι διαφορετικό, ένιωθα λίγο πιο ελεύθερη, ένιωθα βασικά χαρούμενη που είχα τους φίλους μου. Και βασικά, ένα δίποδο, κινούμενο συναίσθημα ήμουν το σαββατοκύριακο εκείνο, αλλά δεν είναι της παρούσης. Τα θυμάσαι άλλωστε.
Σε παρατηρούσα πολλή ώρα. Τώρα θα μου πεις, οι σκιαγραφήσεις δεν είναι το φόρτε μου, και δεν ξέρω καν αν αντιλήφθηκες πως σε παρατηρούσα, λες οτι δε καταλάβαινες και πολλά τότε, αυτό υποστηρίζεις, άμα θέλω το πιστεύω, δεν είσαι χαζός. Ένα ζευγάρι μάτια έβλεπα εγώ, γιατί δεν ήθελα να κοιτάξω τίποτε άλλο παρά μόνο τα μάτια και τα χέρια σου. Πάντα κοιτάζω τα χέρια στους ανθρώπους δε ξέρω γιατί, όχι ρε, όχι δεν είναι φετίχ. Είχαμε κατεβάσει δύο ναργιλέδες, απλωμένοι στα μαξιλάρια, ένα με τα μαξιλάρια που φιλοξενούσαν την γλυκιά νταγλαριασμένη ηρεμία την όμορφη εκείνη πρωτομαγιά και εγώ, πόσο τρακ μπορεί να' νιωθα εκείνο το απόγευμα, ένας θεός ξέρει. Προσπαθούσαμε να κάνουμε ήρεμες, δήθεν βαθιές κουβέντες, αναρωτιέμαι αν ξέραμε τι λέγαμε ή αν απλώς πετούσαμε τη πρώτη μαλακία που μας ερχόταν στο κεφάλι. Ας είναι. Αργότερα, το βράδυ μέσα σ' εκείνο το ενοχλητικό αμάξι, ένα αδιάκριτο πρόσωπο (όλα είναι ομίχλη, όλα είναι ομίχλη, θυμάμαι μόνο αισθήματα και ξεχνάω τα πρόσωπα) μας κουβαλούσε στην εθνική για να καταλήξουμε σ' εκείνο το ξέφωτο. Τρόμαξα κάποια στιγμή, λίγο η πορεία προς το άγνωστο, λίγο η δυνατή μουσική και σου' σφηξα το χέρι, θυμάσαι; Με κοίταξες απορημένος αλλά το' σφηξες, το κράτησες σαν να με καθησύχαζες. Το ξέρω, χαμογελαώ.
... Ο παλιός μου εαυτός θα' σου λεγε οτι εκείνη τη στιγμή κατάλαβε πως βρήκε κάποιον στον οποίο μπορεί να στηριχτεί. Η νέα albeit όχι και τόσο σοφότερη εγώ θα σου πει πως τότε είχα δίκιο αλλά δε το' ξερα ακόμα. Μοναχά ήλπιζα. Τώρα αρχίζω να το αντιλαμβάνομαι, αργά, τόσο αργά και τόσο, μα τόσο σταθερά. Κάθε βήμα που κάνουμε μαζί είναι κάτι σίγουρο, ασφαλές, όχι ατσούμπαλο όπως το πρώτο καιρό που βουτούσα στα συναισθήματα και προσπαθούσα -εις μάτην- να σε παρασύρω. Έτσι δεν είναι; Ξέρω, ξέρω, δεν είναι ο τύπος σου... ίσως και να' ναι, ακόμα να σε μάθω. Βλέπω μόνο το δέρμα των ιδεών.
[...] Νιώθω λίγο άσχημα που ακόμα δε μπόρεσα να καταλάβω τι ήθελες να πεις στο ποίημα. Αλλά ποιος ξέρει. Έχουμε τόσα πρωινά να περάσουμε παρέα και ένα μαύρο τετράδιο που πρέπει να γεμίσει. Μπορεί να καταλάβω... κάποια στιγμή.
Σε κούρασα;
Δευτέρα 10 Μαΐου 2010
Εγγραφή σε:
Σχόλια ανάρτησης (Atom)

Δεν υπάρχουν σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου