Τετάρτη 22 Σεπτεμβρίου 2010

Φοβάμαι

έφτασε να σηκώσεις το τηλέφωνο και να πεις ένα γεια, για να καταλάβω πόσο σοβαρά είναι.
φοβάμαι. φοβάμαι με τον ωριμότερο τρόπο που μπορώ να φανταστώ. μικρότερη, ίσως να τσίριζα, ίσως να' τρεχα στις εκκλησιές ανάβοντας κεριά, ίσως κλεινόμουν στο σπίτι και οι κουρτίνες κλειστές.
δε θα το κάνω. 
γιατί εγώ πρέπει να' μαι μεγαλύτερη. εγώ πρέπει να σε στηρίξω. εγώ πρέπει να σου δώσω ένα λόγο για να βγεις σώα από κει μέσα και να είσαι και πάλι περήφανη που είμαι κόρη σου. 
φοβάμαι πάρα πολύ. τίποτα δε με τρομάζει περισσότερο. ούτε ο φόβος της μοναξιάς, ούτε ο φόβος της απόρριψης, ούτε ο φόβος ο,τι θα με προσπεράσουν, ο,τι οι πάντες και τα πάντα θα με προσπεράσουν. ο φόβος που, συνεπής στο ραντεβού του, έρχεται και μου χτυπάει τη πόρτα κάθε χρόνο. όλα αυτά είναι ένα τίποτα σε σύγκριση με αυτό που αισθάνομαι.
το ανώμαλο είναι ότι είμαι ψύχραιμη. πόσο ανάποδη κόρη παίζει να' κανες. όταν περνούσα το μισό χρόνο να αγχώνομαι για μαλακίες. 
εσύ βέβαια δεν είσαι πιο ήρεμη. δε θα' πρεπε να' ταν έτσι τα πράγματα. δε θα' πρεπε να' χει συμβεί κάτι τέτοιο για να λυθεί μια μαλακία.
είμαι μακριά. θα' μουν μακριά σε οποιαδήποτε περίπτωση. αλλά πρέπει να ακούσεις τις καθημερινές κουβέντες. αυτές είναι που θα σου θυμίσουν πως είμαστε ένα, che sei sangue del mio sangue, πως εγώ είμαι εδώ παρά την απόσταση. πως σ'αγαπώ.